ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ. Μάθημα 10/12. Η ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΛΟΥΣ (95a-102a).Δρ Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος.

2026-04-30

Οι ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ σε συνεργασία με το πολιτιστικό τμήμα του ΕΛΛΗΝΑΪΣ σας παρουσιάζουν την ΝΕΑ σειρά μαθημάτων: ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ

Μάθημα 10/12. Η ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΛΟΥΣ(95a-102a)

Με τον Δρ Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο
Διπλ. Μηχανολόγο Μηχανικό

Διοργάνωση: Πολιτιστικό Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΛΛΗΝΑΪΣ

--------------------------------------------------------------------

Σύνοψη μαθήματος:

Ἡ ἀπόρριψις τῆς ἐνστάσεως τοῦ Κέβητος περὶ ἀνθρώπου ὑφάντου πρεσβύτου (87b), ἡ ὁποία συνοψίζεται στὴν τελικὴ πρότασι: ψυχῆς μὲν ἐν τῇ νῦν τοῦ σώματος διαζεύξει παντάπασιν ἀπόληται (88b), φαντάζει πιὸ ἁπλῆ γιὰ τὸν Σωκράτη, παρὰ τὴν πρὸς στιγμὴν δυσφορία ποὺ προκάλεσε μεταξὺ τῶν προσδιαλεγομένων: πάντες οὖν ἀκούσαντες εἰπόντων αὐτῶν ἀηδῶς (μὲ δυσσαρέσκεια) διετέθημεν (88c). Ὅμως, δὲν εἶναι· καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Ἡ ἀναίρεσίς της προϋποθέτει τὴν ἔκθεσι τῆς θεωρίας τῶν Ἰδεῶν, στὴν πλέον σύγχρονη ἔκδοσι αὐτῆς, περισσότερον πειστικὴ ἀπὸ τὴν πρώιμη ἀναφορά της ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ τρίτου ἐπιχειρήματος. Μετὰ τοὺς Ῥέοντας τῶν Ἀθηνῶν (ἐπὶ κεφαλῆς τους ὁ Κρατύλος) καὶ τοὺς Πυθαγορείους τῆς Θηβαϊκῆς Ἁρμονίας (95a), αἰσθάνεται ἕτοιμος νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ Ἀναξαγόρα, γιὰ νὰ καταδείξῃ τὴν οἱονεὶ ἀνεπάρκεια τῶν φυσιολόγων, ἐκφράζοντας «τὶς ἐπιστημονικὲς ἀμφιβολίες, οἱ ὁποῖες συνδέονται μὲ δύο εἰδικὰ προβλήματα: τὴν συμφιλίωση τῆς μιλήσιας καὶ τῆς πυθαγόρειας κοσμολογίας καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀντιφάσεων ποὺ ὁ Ζήνων ἐπεσήμανε στὰ θεμέλια τῶν πυθαγόρειων μαθηματικῶν» (Taylor, σ. 240). Σημειωτέον ὅτι, ὁ μὲν Κλαζομένιος φυσιολόγος ὑπῆρξεν διδάσκαλος τοῦ Σωκράτους, ὁ δὲ Κρατύλος διδάσκαλος τοῦ Πλάτωνος καὶ εἰσηγητὲς τῆς φιλοσοφίας στὸ ἄστυ.

Ὁ Κέβης ἐκφράζει μεταφορικῶς τὸν τοῦ Κάδμου λόγον (95b): τὸ εἰς ἀνθρώπου σῶμα ἐλθεῖν ἀρχὴ ἦν αὐτῇ ὀλέθρου, ὥσπερ νόσος (95d), ἡ ἀπόρριψις τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖ μίαν πιὸ καθολικὴ ἐξέτασι τοῦ ζητήματος· ὡς ἐκ τούτου, ἐπιτρέπει στὸν Σωκράτη τὴν περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς αἰτίαν διαπραγματεύσασθαι (95e). Τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν σοφίαν, ἣν δὴ καλοῦσι περὶ φύσεως ἱστορίαν (96a) καὶ οἱ παρατηρήσεις τῶν Φυσιολόγων ἐπὶ τῶν αἰσθητῶν μόνον (κατὰ κύριον λόγον ἀναφέρεται στοὺς Ἴωνες φιλοσόφους), τὸν ὡδήγησαν στὴν ἀναζήτησι ἑνὸς ἄλλου τρόπου (97b) καὶ στὸν Ἀναξαγόρα, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔθεσεν τὸν αὐτοκράτορα νοῦν (Κρατύλος, 413c) στὸ κέντρον τῶν ἐρευνῶν του: νοῦς ὁ διακοσμῶν καὶ πάντων αἴτιος (97c). Ἂν καὶ ὁ Σωκράτης ἐθεώρησε τὸν Ἀναξαγόρα ὡς διδάσκαλον τῆς αἰτίας περὶ τῶν ὄντων (97d) καὶ ἐμελέτησε τάχιστα τὰς βίβλους του (98b), ὁ ἐκ Κλαζομενῶν φιλόσοφος διέψευσε τὴν θαυμαστὴν ἐλπίδα (98b) ποὺ ἔτρεφε γι᾽ αὐτόν, καθὼς καὶ αὐτὸς «προσεπάθησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ τοῦ κόσμου διὰ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν φυσικῶν νόμων, καθ᾽οὓς λαμβάνουν χώραν τὰ διάφορα φαινόμενα» (Σταμάτης, σ. 90)· ἀντὶ δὲ τοῦ νοῦ ὡμιλοῦσε περὶ ἀέρων καὶ αἰθέρων καὶ ὑδάτωνκαὶ ἄλλων πολλῶν καὶ ἀτόπων (98c). Ἀπογοητευμένος ὁ Σωκράτης ἐπέλεξε τὸν δεύτερον πλοῦν ἐπὶ τὴν τῆς αἰτίας ζήτησιν (99d)· σημειωτέον ὅτι ὁ μὲν πρῶτος ἀντιστοιχεῖ στὴν εὔκολη καὶ δίχως κόπο κίνησι τῶν πλοίων διὰ τῶν ἱστίων, ὁ δὲ δεύτερος στὴν κωπηλασίαν ἢ κατὰ τὸν σχολιαστὴν τοῦ Ὁμήρου Εὐστάθιον: ἀποτυχών τις οὐρίου κώπαις πλέῃ (Παρεκβολαὶ εἰς Ὀδύσσειαν, 1453, 20).

Ἑπομένως, διὰ τῆς μεταφορικῆς ἐκφράσεως τοῦ δευτέρου πλοῦ ὁ Ἀθηναῖος φιλόσοφος ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπισημάνῃ τὶς δυσκολίες τῆς γνωσιολογικῆς ὁδοῦ ποὺ ἐπέλεξε καὶ ποὺ θεωρεῖ ὅτι εὑρίσκεται στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῶν Φυσιολόγων, ἐξ οὗ καὶ ἡ εἰρωνικὴ ἔκφρασις: τὰς ἄλλας αἰτίας τὰς σοφάς (100c), διὰ τῆς ὁποίας θὰ τοὺς χαρακτηρίσῃ κατωτέρω. Σὲ τί συνίσταται ἡ ὁδὸς αὐτή; ἀφ᾽ ἑνὸς στὸ χρῆναι εἰς τοὺς λόγους καταφυγόντα ἐν ἐκείνοις σκοπεῖν τῶν ὄντων τὴν ἀλήθειαν (99e), τὸ ὁποῖον συνοψίζεται στὸν ἐρρωμενέστατον λόγον (100a), ἀφ᾽ ἑτέρου στὴν ὑπόθεσιν περὶ ὑπάρξεως ἐκείνων τῶν πολυθρυλήτων (ἐνν. τῶν ἰδεῶν) καὶ στὶς ἀληθεῖς ἢ ὄχι συνέπειες τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς: ὑποθέμενος εἶναί τι καλὸν αὐτὸ καθαὑτὸ καὶ ἀγαθὸν καὶ μέγα καὶ τἆλλα πάντα (100b). Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Πλάτων ἀνανεώνει (σ.σ. τὴν ἔχει ἤδη εἰσαγάγει στὸν Μένωνα, πλὴν ὅμως ὄχι τόσῳ ἐπεξεργασμένη) τὴν μέθοδό του γιὰ τὴν ἐξέτασι τῆς μαθηματικῆς πραγματικότητος, ἡ ὁποία συνίσαται ἀφ᾽ ἑνὸς στὴν ὑπόθεσιν, ἀφ᾽ ἑτέρου στὴν παραγωγικὴ ἀνάπτυξι τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς: «μὲ ἀφετηρία τὸ ἀξίωμα, μία ἀναπόδεικτη ἀρχὴ ποὺ θεωρεῖς τελείως ἱκανοποιητική, συνάγεις τὶς συνέπειες ἢ τὰ συνεπαγόμενα (τὰ συμβαίνοντα), χαρακτηρίζοντάς τα προσωρινὰ ὡς ἀληθῆ, ἐνῷ ὅλες τὶς προτάσεις ποὺ ἔρχονται σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸ ἀξίωμα τὶς χαρακτηρίζεις ὡς ψευδεῖς… ἂν κάποιος ἀντίπαλος ἀμφισβητήσῃ τὸ ἀξίωμά σου καὶ σὲ προκαλέσῃ νὰ τὸ ὑπερασπισθῇς, ὀφείλεις νὰ τὸ παραγάγῃς ἀπὸ κάποιο θεμελιακότερο ἀξίωμα· ἡ διαδικασία αὐτὴ πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ὅσες φορὲς χρειάζεται, ὥσπου νὰ διατυπωθῇ ἕνα ἀξίωμα ἐπαρκές (ἱκανόν)» (Taylor, σσ. 241-242). Καὶ συνεχίζει διατυπώνοντας τὴν θεωρίαν τῆς μεθέξεως τῶν αἰσθητῶν στὰ εἴδη, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ προκύψουν καὶ οἱ λεγόμενες αἰσθητικὲς κατηγορίες (ἡ ἀνάλυσις ἑνὸς ἔργου τέχνης βάσει τῆς αἰσθητικῆς κατηγορίας στὴν ὁποίαν ἐμπίπτει): εἴ τί ἔστιν ἄλλο καλὸν πλὴν αὐτὸ τὸ καλόν, οὐδὲ διἓν καλὸν εἶναι ἢ διότι μετέχει ἐκείνου τοῦ καλοῦ (100c), ἡ ὁποία μέθεξιςμίμησις κατὰ τοὺς Πυθαγορείους: οἱ μὲν γὰρ Πυθαγόρειοι μιμήσει τὰ ὄντα φασὶν εἶναι τῶν ἀριθμῶν, Πλάτων δὲ μεθέξει, τοὔνομα μεταβαλών (ΜτΦ, 987b, 11-13), ἐκδηλοῦται ὡς: εἴτε παρουσία εἴτε κοινωνία ἢ ὅπῃ δὴ καὶ ὅπως προσαγορευομένη (100d).

Ἡ εἰσαγωγὴ στὸ τέταρτο καὶ τελευταῖο ἐπιχείρημα περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς θὰ κλείσῃ μὲ τὴν ὑπόδειξι τοῦ μεγέθους καὶ τοῦ πλήθους, ὡς μέτρον ἀξιολογήσεως τοῦ μείζονος καὶ τοῦ ἐλάττονος· ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Σωκράτους στοὺς λόγους ἐξαναγκάζει τὸν Κέβητα ν᾽ ἀποδεχθῇ ὅτι, δύο ἄνθρωποι δὲν διαφέρουν καθ᾽ ὕψος λόγῳ τῆς κεφαλῆς: ἐὰν τῇ κεφαλῇ μείζονά τι φῇς εἶναι καὶ ἐλάττω, πρῶτον μὲν τῷ αὐτῷ τὸ μεῖζον μεῖζον εἶναι καὶ τὸ ἔλαττον ἔλαττον, ἔπειτα τῇ κεφαλῇ σμικρᾷ οὔσῃ τὸν μείζω μείζω εἶναι καὶ τοῦτο δὴ τέρας εἶναι, τὸ σμικρῷ τινι μέγαν τινὰ εἶναι (101a), ὅπου τέρας «παρὰ τοῖς διαλεκτικοῖς τὸ ἀδύνατον, τὸ ἄτοπον, τὸ παράδοξον» (Μιστριώτης, σ. 283), οὔτε δύο ἀριθμοὶ λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν μονάδων: τὸ δέκα τῶν ὀκτὼ δυοῖν πλείω εἶναι καὶ διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ὑπερβάλλειν, φοβοῖο ἂν λέγειν, ἀλλὰ μὴ πλήθει καὶ διὰ τὸ πλῆθος; καὶ τὸ δίπηχυ τοῦ πηχυαίου ἡμίσει μεῖζον εἶναι ἀλλοὐ μεγέθει; (101b) Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ παρόντος προϋποθέτει τὴν εἰσαγωγὴν τῆς κατηγορίας τοῦ πρός τι, παρὰ τὸ ὅτι: «δύσκολα θὰ ἐντοπίσῃ κάποιος ὁμοφωνία διαβάζοντας ἑρμηνευτικὰ σχόλια στὸ συγκεκριμένο χωρίο ... κάποιος εἶναι μεγαλύτερος ἢ μικρότερος ἀπὸ κάποιον ἢ κάτι ἄλλο καὶ οὕτω καθεξῆς, ὄχι αὐτὸς καθ᾽αὑτόν» (Πετράκης, σ. 288).

Κατακλείοντας τοῦ λόγου καὶ ἐπιμένοντας στὶς ἰδέες τοῦ μεγέθους, τῆς μονάδος καὶ τῆς δυάδος: «ἕνα ἀντικείμενον εἶναι μέγα, διότι μετέχει τῆς ἰδέας τοῦ μεγέθους, μικρὸν διὰ τὴν παρουσίαν τῆς ἰδέας τῆς μικρότητος. καθ᾽ὅμοιον τρόπον ὅταν τὸ 1 γίνεται 2, αἰτία δὲν εἶναι ἡ προσθήκη μιᾶς εἰς ἄλλην μονάδα ἢ ὁ διχασμὸς τῆς μιᾶς εἰς δύο, ἀλλ᾽ἡ μετάσχεσις (ἐναλλακτικῶς τίθεται ἀντὶ τῆς μεθέξεως) τοῦ ἀριθμοῦ τούτου εἰς τὴν ἰδέαν τῆς δυάδος» (Παπανοῦτσος, σ. 29), στὶς ὁποῖες ὁδηγούμαστε διὰ τοῦ ἀσφαλοῦς τῆς ὑποθέσεως αὐτῶν ἤ, ἐφ᾽ὅσον ἀποτύχωμε, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐρρωμενάστατου λόγου: ἄλλην ὑπόθεσιν ὑποθέμενος ἥτις τῶν ἄνωθεν βελτίστη φαίνοιτο, ἕως ἐπί τι ἱκανὸν ἔλθοις (101d). Ἡ θτΙ φθάνει στὸ σημεῖο αὐτὸ στὸ ἀπόγειον, καθὼς οἱ ἰδέες ὡς εἰδολογικὴ αἰτία (causaformalis), τοῦτ᾽ἔστιν αἰτίες τοῦ εἶναι καὶ τοῦ γίγνεσθαι, θεωροῦνται κατὰ Παπανοῦτσον ἐν ταὐτῷ καὶ ἐνεργοῦν κίνητρον (causa efficiens) καὶ τελικὸν αἴτιον (causafinalis): «ἡ ἰδέα ὡς εἰδολογικὴ αἰτία περιέχει καὶ τὰ δύο αὐτὰ αἴτια· ἡ νοητὴ μορφὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ διὰ τὴν ὁποίαν γίνεται κάτι τι ὅ,τι πραγματικὰ γίνεται» (σσ. 29-30).

--------------------------------------------------------------------------

Οι ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ ευχαριστούν θερμά τον Δρ. Σταυρόπουλο Κωνσταντίνο για την άδεια καταγραφής και ανάρτησής στο διαδίκτυο, και το Σωματείο ΕΛΛΗΝ.Α.Ι.Σ για την αγαστή συνεργασία και την τεχνική εξυπηρέτηση.
------------------------------------------------------------
Για οποιαδήποτε πληροφορία ή καταγγελία, παρακαλούμε, ενημερώστε μας στην κεντρική ιστοσελίδα: https://www.fryktories.net

Share