ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ. Μάθημα 6/12. «ΤΙ ΤΟ ΟΝ; (78b-84b)». Δρ Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος

2026-03-05

Οι ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ σε συνεργασία με το πολιτιστικό τμήμα του ΕΛΛΗΝΑΪΣ σας παρουσιάζουν την ΝΕΑ σειρά μαθημάτων: ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ

Με τον Δρ Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο
Διπλ. Μηχανολόγο Μηχανικό

Μάθημα 6/12. «ΤΙ ΤΟ ΟΝ;(78b-84b

Διοργάνωση: Πολιτιστικό Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΛΛΗΝΑΪΣ

--------------------------------------------------------------------

Σύνοψη μαθήματος:

Η ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ(77b-78b)

Τὸ τρίτο ἐπιχείρημα ἐμπίπτει στὸν χῶρον τῆς Ὀντολογίας, διότι δι᾽ αὐτοῦ δηλοῦται ὅτι: «ὑπάρχει ἑνότης τοῦ νοοῦντος πνεύματος καὶ τῶν νοουμένων ὄντων» (Μιστριώτης, σ. 45), θὰ προκύψῃ δὲ ὡς ἀπάντησι στὰ προαναφερθέντα διασκεδάννυσθαι καὶ διαφθείρεσθαι (77b), ἂν καὶ προϋποθέτει τὴν ἀποδοχήν, ἐκ μέρους τῶν Θηβαίων Πυθαγορείων, τοῦ διχασμοῦ τῆς πραγματικότητος· τὰ ὄντα διακρίνονται σὲ ξύνθετα, χάριν εὐκολίας αἰσθητὰπολλά, στὴν σύγχρονο γλῶσσα «πράγματα» (Παπανοῦτσος, σ. 20 κ.ἑ.) καὶ ἀξύνθετα καί, ὡς ἐκ τούτου, καθῆκον τῶν συνομιλητῶν τοῦ Σωκράτους ἀποτελεῖ ἡ ὀρθὴ θέσις τῆς ψυχῆς ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ διῃρημένου ὅλου. Ἄρα, ποῦ θὰ ἐντάξωμε τὴν ψυχή; στὰ ἀξύνθετα, τὰ ὁποῖα ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχει ἢ στὰ ξύνθετα, στὰ ἄλλοτ ἄλλως καὶ μηδέποτε κατὰ ταὐτά; (78c). Καὶ συνεχίζει ἐπὶ τῆς διαλεκτικῆς διαδικασίας (καὶ ἐρωτῶντες καὶ ἀποκρινόμενοι), διὰ τῆς ὁποίας θὰ προκύψουν τὰ συμπεράσματα περὶ τῆς οὐσίας, τοῦτ᾽ἔστιν τῆς «ἀληθινῆς φύσεως» (Πετράκης, σ. 251) τῆς ψυχῆς, ἀναρωτώμενος περὶ τῶν ἀξυνθέτων: αὐτὸ τὸ ἴσον, αὐτὸ τὸ καλόν, αὐτὸ ἕκαστον ὃ ἔστι, τὸ ὄν, μήποτε μεταβολὴν καὶ ἡντινοῦν ἐνδέχεται; ἢ ἀεὶ αὐτῶν ἕκαστον ὃ ἔστι, μονοειδὲς ὂν αὐτὸ καθαὑτό, ὡσαύτως κατὰ ταὐτὰ ἔχει καὶ οὐδέποτε οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἀλλοίωσιν οὐδεμίαν ἐνδέχεται (78d), ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ πάντων τῶν ἐκείνοις ὁμωνύμων (78e). Παρατηρητέον ὅτι, τὰ δύο παραδείγματα τῶν ἀξυνθέτων ἀρύεται ἀπὸ τὰ Μαθηματικὰ (τὸ ἴσον) καὶ τὶς Ἰδέες (τὸ καλόν), τὶς δύο βαθμῖδες τοῦ νοητοῦ κόσμου, τὶς ὁποῖες θὰ περιγράψῃ ἐναργῶς στὴν θεωρίαν τῆς Γραμμῆς τῆς Πολιτείας (509d-511e), ἀπαραίτητη προϋπόθεσι κατανοήσεως τῆς ἀλληγορίας τοῦ Σπηλαίου ποὺ ἀκολουθεῖ (514a-517c).

Ἀσφαλῶς, ἡ ψυχὴ ὡς οὐχ ὁρατὸν ποὺ ἐν τοῖς πράγμασιν εἶναι, θεωρεῖται, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σῶμα: ὁμοιότερον τῷ ἀειδεῖ (79b), ἑπομένως ὁμοιότερον τῷ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντι μᾶλλον ἢ τῷ μή (79e), ἐπὶ τοῦ ὁποίου, λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπερέχει τόσῳ ὀντολογικῶς ὅσῳ καὶ ἀξιολογικῶς, ἄρχει καὶ δεσπόζει (80a)· τὸ τελευταῖο ἐντάσσεται στὴν ὅλην προβληματικὴν τῆς Ἀκαδημείας, στὴν ὁποίαν τὸ σῶμα θεωρεῖται ὑπηρέτης τῆς ψυχῆς καί, ὡς ἐκ τούτου: «ἡ προσταγὴ καὶ ἡ ἐξουσία ἀποτελοῦν προνόμια τοῦ θεϊκοῦ στοιχείου, ἐνῷ στὸ θνητὸ ἁρμόζουν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ὑπακοή» (Taylor, σ. 229). Ἐπίσης, ὁ λεγόμενος «δυσσάρεστος Συγκριτικὸς» ἐπιλέγεται κατὰ τὸν P. Friedländer, διότι ὁ Ἀθηναῖος φιλόσοφος ἐπιθυμεῖ «ἀντὶ μιᾶς ριζικῆς ἀντιπαράθεσης καὶ διαφοροποίησης τὸν κατὰ προσέγγιση τρόπο θεώρησης» (Bormann, σ. 146). Τὸ προαναφερθὲν ὁμοιότερον τῷ ἀειδεῖ δεικνύει καὶ ἕτερόν τι· τὴν θέσι τῆς ψυχῆς μεταξὺ τοῦ νοητοῦ κόσμου καὶ τοῦ αἰσθητοῦ, ὅπως ἀκριβῶς τὴν περιγράφει ὁ Πλωτῖνος: καὶ μεθόριον οὖσα καὶ ἐν τοιούτῳ κειμένη ἐπἄμφω φέρεται (Ἐννεάδες, IV, 4 [28], 3, 11-12). Τοῦ σωματικοῦ θανάτου ἐπερχομένου, ἡ ὀρθῶς φιλοσοφοῦσα ψυχή, ἡ ἐξησκημένη στὴν μελέτην θανάτου (80e), θ᾽ ἀκολουθήσῃ στὴν ὁδὸν τῶν μεμυημένων μετὰ θάνατον· ὡς ἐκ τούτου, θ᾽ ἀπέλθῃ πρὸς τὸ ὅμοιον αὐτῇ, τὸ ἀειδές (: τὸ ἄμορφον), τὸ θεῖον τε καὶ ἀθάνατον καὶ φρόνιμονπλάνης καὶ ἀνοίας καὶ φόβων καὶ ἀγρίων ἐρώτων καὶ τῶν ἄλλων κακῶν τῶν ἀνθρωπείων ἀπηλλαγμένη (81a), ἐνῷ ἡ ἄλλη, ἡ μεμιασμένη καὶ ἀκάθαρτος (81b) θὰ παραμείνῃ εἰς τὸν ὁρατὸν τόπον (81c), καθὼς μένει προσδεδεμένη στὸ σῶμα καὶ ἀρνεῖται παντὶ τρόπῳ νὰ τὸ ἀποχωρισθῇ: περὶ τὰ μνήματά τε καὶ τοὺς τάφους κυλινδουμένη (ἐκ τοῦ -κυλινδοῦμαι: περιφέρομαι ἢ κινοῦμαι ἀσταθῶς), περὶ ἃ δὴ καὶ ὤφθη ἄττα ψυχῶν σκιοειδῆ φαντάσματα, οἷα παρέχονται αἱ τοιαῦται ψυχαὶ εἴδωλα, αἱ μὴ καθαρῶς ἀπολυθεῖσαι, ἀλλὰ τοῦ ὁρατοῦ μετέχουσαι, διὸ καὶ ὁρῶνται (81d). Τὰ λεγόμενα φαινόμενα τοῦ πνευματισμοῦ δὲν ἀφήνουν ἀσυγκίνητον τὸν ἱδρυτὴν τῆς Ἀκαδημείας, ἐξ οὗ καὶ οἱ λογικὲς ἐξηγήσεις, τὶς ὁποῖες προσπαθεῖ ν᾽ ἀποδώσῃ σὲ αὐτά, ἔστω καὶ ἂν ἀφορμᾶται ἀπὸ τήν, κατὰ Μιστριώτην «φερομένην φήμην, τὴν ὁποίαν δεικνύει τὸ ἀόριστον ὤφθη, ἀντὶ τοῦ ὤφθησαν ὑπό τινων» (σ. 203).

μελέτη θανάτου τοῦ Φαίδωνος (81a) ἀποτελεῖ τὸν πρῶτον ἐκ τῶν ἕξι κοινῶς ἀποδεκτῶν ὁρισμῶν τῆς φιλοσοφίας, ὅπου θάνατος: λύσις καὶ χωρισμὸς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος (67d), ἐνῷ στὸν Θεαίτητον καθορίζεται ὡς φυγὴ καὶ ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ (176a). Ἀκολουθοῦν οἱ δύο ὁρισμοὶ τοῦ Ἀριστοτέλους ἀπὸ τὰ Μετὰ τὰ Φυσικά· στὸν πρῶτον θεωρεῖ ὅτι, ἡ φιλοσοφίαἀναζητεῖ καὶ προσπαθεῖ νὰ γνωρίσῃ τὸ ὂν ᾗ ὄν: ἔστιν ἐπιστήμη τις ἣ θεωρεῖ τὸ ὂν ᾗ ὂν καὶ τὰ τούτῳ ὑπάρχοντα καθ αὑτὸ (Γ, 1003a, 20-21), ἐνῷ στὸν δεύτερον ὅτι, ἡ φιλοσοφίαεἶναι ἡ γνῶσις τῶν πρώτων αἰτίων: τῶν ἐξ ἀρχῆς αἰτίων δεῖ λαβεῖν ἐπιστήμην (Α, 983a, 26-27), ὁ πέμπτος ὁρισμὸς τοῦ Σέξτου τοῦ Ἐμπειρικοῦ: φιλοσοφία ἐστὶ γνῶσις θείων τε καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων (Πρὸς Μαθηματικούς, θ´, 13) καὶ ὁ ἕκτος, ὁ πυθαγορικός, τὸν ὁποῖον διασῴζει ὁ Ἀμμώνιος: φιλοσοφία ἐστὶ φιλία σοφίας (Προοίμιον, 9, 23).

Ἐν τέλει, οἱ ψυχὲς αὐτὲς θὰ πορευθοῦν κατὰ τὰς αὐτῶν ὁμοιότητας τῆς μελέτης (82a), ποὺ σημαίνει ὅτι, ἡ ἑπομένη μετενσωμάτωσις αὐτῶν θ᾽ ἀντιστοιχῇ στὸν γήινο βίο καὶ στὸ ἦθος ποὺ ἐπέδειξαν κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ. Ἐξαιροῦνται πάντοτε οἱ φιλοσοφήσαντες ἢ οἱ φιλομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι ποὺ θὰ εἰσέλθουν εἰς θεῶν γένος (82b)· σημειωτέον ὅτι, οἱ ὅροι φιλομαθὴς καὶ φιλόσοφος γενικῶς ταὐτίζονται: τό γε φιλομαθὲς καὶ φιλόσοφον ταὐτόν (Πολιτεία, 376b). Τί γνωρίζουν ὡς τόσῳ οἱ φιλομαθεῖς καὶ τί πρέπει νὰ πράξουν; α) τοὺς γνωστικοὺς περιορισμοὺς ποὺ ὑπέχει ἡ ψυχή, ἡ ταὐτιζομένη πρὸς τὸ σῶμα: παραλαβοῦσα αὐτῶν τὴν ψυχὴν ἡ φιλοσοφία, ἀτεχνῶς (ὅλως δι᾽ ὅλου) διαδεδεμένην ἐν τῷ σώματι (82d) καὶ προσκεκολλημένην, ἀναγκαζομένην δὲ ὥσπερ διὰ εἱργμοῦ (φυλακίσεως) διὰ τούτου σκοπεῖσθαι τὰ ὄντα ἀλλὰ μὴ αὐτὴν διαὑτῆς καὶ ἐν πάσῃ ἀμαθίᾳ κυλινδουμένην (82e) καὶ β) τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου καταφέρει νὰ λύσῃ τοὺς δεσμούς της ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὶς ἐπιδράσεις τῶν αἰσθήσεων: ἐκ τούτων (σ.σ. τῶν αἰσθήσεων) μὲν ἀναχωρεῖν ὅσον μὴ ἀνάγκη αὐτοῖς χρῆσθαι, αὐτὴν δὲ εἰς αὑτὴν ξυλλέγεσθαι καὶ ἀθροίζεσθαι παρακελευομένη, πιστεύειν δὲ μηδενὶ ἄλλῳ ἀλλἢ αὐτὴν αὑτῇ, ὅ τι ἂν νοήσῃ (83a) αὐτὴ καθ αὑτὴν αὐτὸ καθαὑτὸ τῶν ὄντων, ἐκτὸς καὶ ἂν παρασυρθῇ ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις: ὅ τι δἂν διἄλλων σκοπῇ ἐν ἄλλοις ὂν ἄλλο μηδὲν ἡγεῖσθαι ἀληθές, εἶναι δὲ τὸ μὲν τοιοῦτον αἰσθητόν τε καὶ ὁρατόν, ὃ δὲ αὐτὴ ὁρᾷ νοητόν τε καὶ ἀειδές. ταύτῃ οὖν τῇ λύσει οὐκ οἰομένη δεῖν ἐναντιοῦσθαι ἡ τοῦ ὡς ἀληθῶς φιλοσόφου ψυχή (83b). Ἡ Αἰτιατιατικὴ τῆς Ἀναφορᾶς ἢ τοῦ κατά τι ὅσον ἀποδίδεται ὡς «δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταχειρίζηται τὰ αἰσθητήρια» (Μιστριώτης, σ. 211), διότι θὰ ὑποπέσῃ στὴν πλάνην τῶν αἰσθήσεων, ἐνῷ τὸ δεῖν ὑποδεικνύει τὰ δέοντα ὑπὸ τοῦ ἀληθῶς φιλοσόφου πράττειν.

Ἑπομένως, ἐφ᾽ ὅσον ἑκάστη ἡδονὴ καὶ λύπη, ὥσπερ ἧλον ἔχουσα, προσηλοῖ αὐτὴν πρὸς τὸ σῶμα καὶ προσπερονᾷ («διὰ περόνης προσάπτει, συνάπτει τι» κατὰ Μιστριώτην, σ. 212) καὶ ποιῇ σωματοειδῆ, δοξάζουσαν ταῦτα ἀληθῆ εἶναι ἅπερ ἂν καὶ τὸ σῶμα φῇ,τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τό: πίπτειν εἰς ἄλλο σῶμα καὶ ὥσπερ σπειρομένη ἐμφύεσθαι καὶ ἐκ τούτων ἄμοιρος εἶναι τῆς τοῦ θείου τε καὶ καθαροῦ καὶ μονοειδοῦς συνουσίας (83d). Ὁ μῦθος τῆς Πηνελόπης καὶ τοῦ ἱστοῦ της ἐπιστρατεύονται ὡς συμπαραστᾶτες τοῦ λόγου· τὸ ἀνήνυτον (ἀτελείωτον, ἐκ τοῦ -ἀνύω ἢ -ἀνύτω: φέρω εἰς πέρας) ἔργον της (84a) ἐξεικονίζει τὴν ψυχήν, ἡ ὁποία: «ἐργάζεται κατ᾽ ἀντίθετον τρόπον τῆς Πηνελόπης· διότι ἡ μὲν ἡρωὶς ὑφαίνει καὶ τὸ ὑφαινόμενον διαλύει, ἡ δὲ ψυχὴ πεισθεῖσα τοῖς λόγοις τῆς φιλοσοφίας διαλύει τοὺς δεσμοὺς τοῦ σώματος, ἀλλὰ παραδιδομένη ταῖς ἡδοναῖς καὶ ταῖς λύπαις πάλιν ἐγκαταδέει αὐτήν» (Μιστριώτης, σ. 215). Καὶ κατακλείοντας τοῦ λόγου, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὁ Σωκράτης συμπεραίνει ὅτι, αὐτὴ ἡ ψυχὴ δὲν πρόκειται ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ νὰ διασκορπισθῇ στοὺς συνεχεῖς κύκλους τῶν μετενσωματώσεων: ἐκ δὴ τῆς τοιαύτης τροφῆς οὐδὲν δεινὸν μὴ φοβηθῇ, ταῦτα δἐπιτηδεύσασαὅπως μὴ διασπασθεῖσα ἐν τῇ ἀπαλλαγῇ τοῦ σώματος ὑπὸ τῶν ἀνέμων διαφυσηθεῖσα καὶ διαπτομένη οἴχηται (ἀποχωρεῖ) καὶ οὐδὲν ἔτι οὐδαμοῦ (84b), ἀλλὰ ν᾽ ἀκολουθήσῃ στὸ ὀρφικόν: κύκλου λήξαι (Πρόκλου, Εἰς Πλάτωνος Τίμαιον, Ε´, 297, 8-10). Οἱ ἐνστάσεις ποὺ θὰ διατυπωθοῦν εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοὺς Θηβαίους Πυθαγορείους δεικνύουν ὅτι, δὲν ἔχουν πεισθῆ πλήρως καὶ ἀπαιτεῖται μία ἀπόδειξις, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ πλαισίου, πλὴν ὅμως περισσότερον πειστική.

……………………………………………………..

Οι ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ ευχαριστούν θερμά τον Δρ. Σταυρόπουλο Κωνσταντίνο για την άδεια καταγραφής και ανάρτησής στο διαδίκτυο, και το Σωματείο ΕΛΛΗΝ.Α.Ι.Σ για την αγαστή συνεργασία και την τεχνική εξυπηρέτηση.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Για οποιαδήποτε πληροφορία ή καταγγελία, παρακαλούμε, ενημερώστε μας στην κεντρική ιστοσελίδα: https://www.fryktories.net