ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ. Μάθημα 2-12. Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (61c-69e). Δρ Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος
Οι ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ σε συνεργασία με το πολιτιστικό τμήμα του
ΕΛΛΗΝΑΪΣ σας παρουσιάζουν την ΝΕΑ σειρά μαθημάτων: ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΩΝ
Με τον Δρ Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο
Διπλ. Μηχανολόγο Μηχανικό.
Μάθημα 2/12. «Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (61c-69e)»
Διοργάνωση: Πολιτιστικό Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΛΛΗΝΑΪΣ
--------------------------------------------------------------------
Σύνοψη μαθήματος:
Ἡ συζήτησις θὰ περιστραφῇ περὶ τὸν σοφιστὴν (ἢ μήπως ἀντίτεχνόν
του στὴν ποίησι;) Εὔηνον, ὄχι πάντως φιλόσοφον ὅπως ἀποκαλεῖ μᾶλλον εἰρωνικῶς
τὸν διδάσκαλον τῶν πέντε μνῶν (Γούδης, σ. 263) καὶ στὸ εὐαίσθητον θέμα τῆς
αὐτοκτονίας, περὶ τοῦ ὁποίου καθὼς λέγεται: οὐ γὰρ θεμιτὸν εἶναι (61c).
Ὁ Κέβης θὰ διαγνώσῃ τήν, κατὰ τὰ φαινόμενα, ἀνακολουθίαν· ἀφ᾽ ἑνός: τὸ μὴ θεμιτὸν
εἶναι ἑαυτὸν βιάζεσθαι, ἀφ᾽ ἑτέρου: τὸ ἐθέλειν δ᾽ ἂν τῷ ἀποθνήσκοντι τὸν
φιλόσοφον ἕπεσθαι (61d). Ἡ προσφυγὴ στὴν Πυθαγορικὴ παράδοσι καὶ στὸν Φιλόλαον,
τοῦ ὁποίου τὴν διδασκαλίαν θἄπρεπε νὰ γνωρίζουν ἐπαρκῶς οἱ ἐκ Θηβῶν Φιλολάῳ ξυγγεγονότες
(61d), ἴσως βοηθήσῃ τοὺς προσδιαλεγομένους: οὐ δέοι αὐτὸ (σ.σ. τὸ αὐτὸν ἑαυτὸν
ἀποκτιννύναι) ποιεῖν (61e). Σημειωτέον ὅτι, ὁ Φιλόλαος καὶ ὁ Εὔρυτος (ἢ ὁ
Ἵππαρχος) φέρονται ὡς οἱ μόνοι διασῳθέντες ἀπὸ τὸν καταστροφικὸ ἐμπρησμὸ τοῦ
Ὁμακοείου (-530), τὸν ὁποῖον προκάλεσε ὁ κατ᾽ Ἰάμβλιχον στὸν Περὶ τοῦ Πυθαγορικοῦ
βίον, χαλεπὸς καὶ βίαιος καὶ θορυβώδης καὶ τυραννικὸς τὸ ἦθος (35, 248), Κύλων
ὁ Κροτωνιάτης, λόγῳ μᾶλλον τῆς ἀποπομπῆς του· ἔκτοτε, ὁ Φιλόλαος μετεκόμισε
στὴν πόλι τῶν Θηβῶν, στὴν δὲ σχολὴν τὴν ὁποίαν ἵδρυσεν, ἐμαθήτευσαν ὁ Κέβης καὶ
ὁ Σιμμίας (Σταμάτης, σσ. 122-123) καὶ ὄπως ἰσχυρίζεται ὁ Νεοπλατωνικὸς
φιλόσοφος Ὀλυμπιόδωρος: ἦλθεν οὖν ὁ Φιλόλαος εἰς Θήβας ὀφείλων χοὰς τῷ οἰκείῳ
διδασκάλῳ, τῷ Λύσιδι, οὗ καὶ καθ᾽ ὁμωνυμίαν γέγραπται τῷ Πλάτωνι διάλογος, Λύσις
ἢ περὶ φιλίας (Εἰς τὸν Πλάτωνος Φαίδωνα, 13, 20-22).
Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς αὐτοκτονίας, ὁ Ὀλυμπιόδωρος διασῴζει
τρεῖς αἰνιγματικὲς πυθαγορικὲς ῥήσεις (Αὐτόθι, 13, 6-13): α) ἀπιόντι εἰς ἱερὸν (σ.σ.
ὁ ἐκεῖσε βίος) οὐ δεῖ ἐπιστρέφεσθαι, β) ἐν ὁδῷ μὴ σχίζε ξύλα (τὸν βίον) καὶ γ) μὴ
ἀποτιθέναι, ἀλλὰ συνεπιτιθέναι τὰ βάρη (συμπράττειν τῇ ζωῇ, οὐκ ἀντιπράττειν),
οἱ ὁποῖες ἔχουν διασῳθῆ στὴν προφορικὴ παράδοσι μὲ παραλλαγές· ὁ Ἰάμβλιχος λ.χ.
στὸν Προτρεπτικὸν ἐπὶ Φιλοσοφίαν ἀναφέρει τὸ πρῶτο ἄκουσμα ὡς ἑξῆς: εἰς ἱερὸν
ἀπιὼν προσκυνῆσαι μηδὲν ἄλλο μεταξὺ βιωτικὸν μήτε λέγε μήτε πράττε (108-109),
σχεδὸν αὐτούσιο τὸ δεύτερο: ἐν ὁδῷ μὴ σχίζε κ.λπ. (107), στὸ ὁποῖο δίδει ἄλλην
ἑρμηνεία, ὁ Πορφύριος στὸν Πυθαγόρου βίον: μηδ᾽ ἀποδημοῦντα ἐπιστρέφεσθαι, (οἷον)
μὴ ἔχεσθαι (ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ «προσκολλῶμαι εἴς τι») τοῦ βίου τούτου
ἀποθνῄσκοντα (42), ἐλαφρῶς δὲ παρηλλαγμένον τὸ τρίτον, τὸ κατ᾽ Ἰάμβλιχον ἡράκλειον:
τὸ δὲ φορτίον συνανατιθέναι, συγκαθαιρεῖν δὲ μή, εἰς ἀνδρείαν προτρέπει, διότι ἐκ
τοῦ πράττειν καὶ ἐργάζεσθαι τὸ κατορθοῦν παραγίγνεται, ἀλλ᾽ οὐκ ἐκ τοῦ ἀποκνεῖν
(113-114).
Ὁ Σωκράτης πρέπει ν᾽ ἀποδείξῃ τώρα, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀντίφασις δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητη, λόγῳ ὅμως τῆς δυσκολίας κατανοήσεως ποὺ ἐνέχει, καθὼς τοῦ φαίνεται: μέγας τὲ καὶ οὐ ῥάδιος διιδεῖν, ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος προσφυγὴ στὸν δίδυμον ἀδελφὸν τοῦ λόγου, στὸν μῦθον, ἐξ οὗ τὸ διασκοπεῖν (:διερευνῶ λεπτομερῶς) τε καὶ μυθολογεῖν περὶ τῆς ἀποδημίας τῆς ἐκεῖ (61e), ἐπακριβῶς στὰ ἀπόρρητα τῶν Ὀρφικῶν καὶ τῶν Πυθαγορείων: ἔν τινι φρουρᾷ ἐσμὲν οἱ ἄνθρωποι καὶ οὐ δεῖ δὴ ἑαυτὸν ἐκ ταύτης λύειν οὐδ᾽ ἀποδιδράσκειν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξήγησις φαίνεται ἁπλῆ, ἀρκεῖ νὰ προσδιορισθοῦν οἱ φρουροῦντες, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔχουν θέσει οἱονεὶ ὑπὸ περιορισμόν (Taylor, σ. 218): θεοὺς εἶναι ἡμῶν τοὺς ἐπιμελουμένους καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἓν τῶν κτημάτων τοῖς θεοῖς εἶναι (62b). Ἄλλως τε, στὸν Κρατύλον δὲν μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι, τὸ σῶμα ἀπὸ τοὺς ἀμφὶ Ὀρφέα θεωρεῖται σῆμα: ὡς δίκην διδούσης τῆς ψυχῆς ὧν δὴ ἕνεκα δίδωσιν, τοῦτον δὲ περίβολον ἔχειν, ἵνα σῴζηται, δεσμωτηρίου εἰκόνα; (400c) Ὡς ἐκ τούτων, ἀφ᾽ ἑνὸς ἡ αὐτοκτονία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀσέβεια, διότι συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσι, ὁ αὐτόχειρ ἀποδρᾷ ἀγνοῶντας τοὺς προστᾶτες θεούς, ἀφ᾽ ἑτέρου ὁ Σωκράτης, ὡς φιλόσοφος, θ᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον, παρὰ τὸ περὶ τοῦ ἀντιθέτου (τοὐναντίον) κοινῶς ἀποδεκτόν: τοὺς μὲν γὰρ φρονίμους ἀγανακτεῖν ἀποθνῄσκοντας πρέπει, τοὺς δὲ ἄφρονας χαίρειν (62e)· ἄλλως τε, ἡ φιλοσοφία θὰ ὁρισθῇ κατωτέρω καὶ ὡς μελέτη θανάτου (81a) καὶ ὁ θάνατος στὸν Γοργίαν ὡς: οὐδὲν ἄλλο ἢ δυοῖν πραγμάτοιν διάλυσις, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀπ᾽ ἀλλήλων (524b).
Καὶ ἐνῷ αἰσθάνεται πανέτοιμος νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς ἀποδείξεως
τῶν ἀνωτέρω: διισχυρισαίμην ἂν (:θὰ ἐπίστευα ἀκραδάντως) καὶ τοῦτο (63c), δηλαδὴ
τὸ ὅτι: παρ᾽ ἄνδρας τε ἐλπίζω ἀφίξεσθαι ἀγαθοὺς καὶ παρὰ θεοὺς δεσπότας πάνυ
ἀγαθοὺς ἤξειν (Αὐτόθι), μία ἄνευ οὐσίας παρατήρησις τοῦ Κρίτωνος περὶ τοῦ φαρμάκου
(63d), σκηνοθετικοῦ τύπου, θὰ διακόψῃ τὴν ὅλην ῥοὴν τοῦ λόγου: «τὰ τοιαῦτα
ἐπεισόδια τίθενται συνήθως μετὰ τὸ τέλος ἢ ἐν ἀρχῇ δυσκόλων ἐρευνῶν ὡς σταθμοὶ
ἀναπαύσεως, ὅπως τὸ πνεῦμα συνελθὼν ἀντλήσῃ νέας δυνάμεις καὶ τραπῇ εἰς τὰ
πρόσω» (Μιστριώτης, σ. 32).
Ἐν τούτοις, οἱ ἀληθῶς φιλόσοφοι δὲν ἐπιτρέπεται ν᾽
ἀγανακτοῦν ἀντιμετωπίζοντας τὸν θάνατον, διότι ἡ ἐνασχόλησις μὲ τὴν φιλοσοφία
εἶναι οἱονεὶ θάνατος: τὸ μελέτημα αὐτὸ τοῦτό ἐστι τῶν φιλοσόφων, λύσις καὶ
χωρισμὸς ψυχῆς ἀπὸ σώματος (67d).
Ἔχουν προηγηθῆ, ἡ ἐπισήμανσις τῆς ἀποστολῆς τῶν ὀρθῶς ἁπτομένων φιλοσοφίας, οἱ
ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν (ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐνασκοῦν τι) ἢ
ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι (64a) καὶ τῆς μερικῆς ἀπαξίας τῶν ἀναγκῶν τοῦ
σώματος καὶ τῶν ἡδονῶν τῆς καθημερινότητος: τὰς ἡδονὰς σίτων καὶ ποτῶν … τὰς
τῶν ἀφροδισίων … ἱματίων διαφερόντων κτήσεις καὶ ὑποδημάτων καὶ τοὺς ἄλλους
καλλωπισμοὺς τοὺς περὶ τὸ σῶμα (64c), γιὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ
ἀνωτέρω θὰ ἐπιτευχθοῦν μόνον διὰ τῆς διαδικασίας τῆς καθάρσεως, τοῦ «πρώτου
βαθμοῦ τῶν συνήθων τελετῶν» (Μιστριώτης, σ. 151), ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαλλαγῆς
ἀπὸ τῆς τοῦ σώματος ἀφροσύνης (67a), πάντοτε εἰλικρινεῖ τῇ διανοίᾳ (66a). Αὐτὰ
βεβαίως ἔχουν ἤδη εἰπωθῆ ἀπὸ τοὺς πρώτους θεολογήσαντας: πάλαι ἐν τῷ λόγῳ
λέγεται (67c), καθὼς μελέτημα αὐτὸ τοῦτό ἐστι τῶν φιλοσόφων (67d), οἱ ὁποῖοι
μᾶς ἐδίδαξαν ὅτι, τὴν φρόνησιν θὰ τὴν γνωρίσωμε ἐπαρκῶς μηδαμοῦ ἄλλοθι ἀξίως
λόγου ἢ ἐν ᾍδου (68b). Ἄρα, ὅποιος θεωρεῖ ἑαυτὸν φιλόσοφον, ὅπως πρὸ ὀλίγου
ἐμάθαμε -οὐκ ἄρα σὺν τὸν Παρατατικόν ἦν (Γούδης, σ. 274)- καὶ ὄχι φιλοσώματον ἢ
φιλοχρήματον καὶ φιλότιμον (68c), πρέπει πλὴν τῆς φρονήσεως, νὰ μετάσχῃ καὶ τῆς
ὅλης, τῆς ξυλλήβδην ἀληθοῦς μετὰ φρονήσεως ἀρετῆς (69b), τῆς ἀνδρείας, τῆς δικαιοσύνης
καὶ τῆς σωφροσύνης.
Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὅποιος εἶναι ἀμύητος καὶ ἀτέλεστος, δηλαδὴ ὅποιος δὲν
ἔχει ἀκολουθήσει στὴν διαδικασία τῶν Μικρῶν καὶ τῶν Μεγάλων Μυστηρίων
(Μιστριώτης, σ. 151), συμφώνως πρὸς τὸ ὀρφικὸν τυπικόν: εἰς ᾍδου ἀφίκηται ἐν
βορβόρῳ κείσεται, ἐνῷ ὁ κεκαθαρμένος τε καὶ τετελεσμένος ἐκεῖσε ἀφικόμενος μετὰ
θεῶν οἰκήσῃ (69c). Τὰ ἀνωτέρω βεβαιοῖ καὶ τὸ λόγιον περὶ τῶν ὀλίγων εἰς τὰς
τελετάς, τῶν παύρων, τῶν ἐμπνεομένων καὶ κατεχομένων ὑπὸ τοῦ Βάκχου, αὐτῶν ποὺ
εἶναι πεφιλοσοφηκότες ὀρθῶς καὶ ὄχι ἁπλοῖ ναρθηκοφόροι (69d).
Ἐπισημαίνονται ἐπίσης καὶ τὰ ἑξῆς: α) τὸ διαφέρον μεταξὺ ἀποθνῄσκειν
καὶ τεθνάναι (64a), τὸ ὁποῖο ἀναλύει ὁ Σιμπλίκιος στὸ Εἰς Ἀριστοτέλους Φυσικά: σημαίνει
δὲ τὸ μὲν ἀπέθανε τὴν πρώτην ἀπὸ τοῦ ζῆν μεταβολήν, τὸ δὲ ὅτε τέθνηκε, τὸν
χρόνον ἐν ᾧ τεθνηκώς ἐστιν (Μιστριώτης, σ. 131), β) τὰ διαφέροντα ἱμάτια (64c):
«ὁ τρίβων τοῦ Σωκράτους ἐγένετο κατόπιν τὸ σύνηθες ἔνδυμα παντὸς φιλοσόφου»
(Γούδης, σ. 269)· ἐπίσης, ἡ Ὑπατία ἐδίδασκε στὴν Ἀλεξάνδρειαν: περιβαλλομένη
τὸν τρίβωνα (Δαμασκίου, Φιλόσοφος Ἱστορία, 43), γ) ἡ φρόνησις τῆς ὁποίας
ζητεῖται ἡ κτῆσις (65a) δὲν εἶναι ἐνταῦθα ἡ ἀρετὴ τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς
ψυχῆς, ἀλλὰ «τὸ θεᾶσθαι τὰ ὄντα καθ᾽ ἑαυτὰ ἄνευ τῆς πλάνης τῆς παραγομένης ἐκ
τῶν αἰσθητηρίων» (Μιστριώτης, σ. 135) καὶ δ) ἡ λέξις εἰλικρινὴς στὴν φρᾶσι εἰλικρινεῖ
τῇ διανοίᾳ (66a) συντίθεται «ἐκ τοῦ εἴλη (θερμότης τοῦ ἡλίου) καὶ κρίνω. κατὰ
τὴν σύνθεσιν σημαίνει τὸ ὑπὸ τὸν ἥλιον παρατηρηθὲν καὶ καθαρὸν ἀνευρεθέν»
(Αὐτόθι, σ. 138).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. (1962). Πλάτωνος Φαίδων, Ἀθῆναι.
ΒΟΥΔΟΥΡΗ, Κ. (2000). Πλατωνικὴ Φιλοσοφία, Ἀθῆναι.
ΓΟΥΔΗ, Ν.Δ. (1973, 1983). Πλάτωνος Πρωταγόρας καὶ Φαίδων,
Παπαδήμας, Ἀθῆναι.
ΜΙΣΤΡΙΩΤΟΥ, Γ. (1912). Πλάτωνος Φαίδων, Σακελλαρίου, Ἀθῆναι
.………………………………………………………..
Σύντομο βιογραφικό του εισηγητή:
Ὁ Κωνσταντῖνος Σταυρόπουλος Τῷ 1983 εἰσήχθη στὸ Τμῆμα τῶν Μηχανολόγων
Μηχανικῶν τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπεφοίτησε
τῷ 1989.
Ἐξεπλήρωσε τὶς στρατιωτικὲς ὑποχρεώσεις του τὸν Νοέμβριο τοῦ 1991 καὶ ἀπὸ τὸν Μάρτιο
τοῦ 1992 ἐργάζεται ὡς Διπλ. Μηχανικὸς στὸν ἰδιωτικὸ τομέα.
Τῷ 2002 εἰσήχθη, κατόπιν ἐξετάσεων, στὸ Μεταπτυχιακὸ Τμῆμα Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας
τοῦ Ἀθήνῃσι Πανεπιστημίου (ΕΚΠΑ), ἐκπονῶντας τὴν Μεταπτυχιακὴ Ἐργασία: Ἡ πολεμικὴ
τοῦ Πλωτίνου ἐναντίον τῶν Γνωστικῶν, ἐνῷ τῷ 2018 κατέθεσε καὶ ὑπεστήριξε τὴν διδακτορικὴ
διατριβή του: Ἡ Μαθηματικὴ δομὴ τοῦ Πλατωνικοῦ ἐπιχειρήματος, γιὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε
τὸν βαθμὸν ἄριστα, μὲ Ἐπόπτη Καθηγητὴ τὸν Κ.Γ. Νιάρχο.
Συμμετέχει ἀνελλιπῶς στὰ Συνέδρια τοῦ Ὀλυμπιακοῦ Κέντρου Φιλοσοφίας καὶ Παιδείας
ἀπὸ τοῦ 2004 καὶ ἔνθεν καὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιστημονικῆς Ἑταιρείας Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς
Φιλοσοφίας, ἐνῷ ἔχει συγγράψει ἄρθρα καὶ μελέτες γιὰ τὴν φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος,
τοὺς Προσωκρατικούς, τὴν Νεοπλατωνικὴ φιλοσοφίακαὶ τὸν Μαθηματικὸ πλατωνισμό, τὰ
ὁποῖα ἔχουν δημοσιευθῆ στὰ περιοδικὰ Σωκράτης, Celestiaκαὶ Skepsis.
Συμμετέχει ἐνεργῶς στὴν Ὁμάδα Ἀναγνώσεως Μαθηματικῆς Λογοτεχνίας Θαλῆς+Φίλοι καὶ
στὸ Μεταπτυχιακὸ Σεμινάριο Φιλοσοφίας τοῦ ΕΜΠ.
Εἶναι ἱδρυτὴς τοῦ συλλόγου φίλων τῆς Πλατωνικῆς Φιλοσοφίας «Νέα Ἀκαδήμεια», στὴν
ὁποίαν ἔχει θέσει ὡς στόχον ζωῆς τὴν μελέτην τῶν πλατωνικῶν διαλόγων διὰ τῶν λογικῶν
πραγματειῶν τοῦ Ἀριστοτέλους.
……………………………………………………..
Οι ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ ευχαριστούν θερμά τον Δρ. Σταυρόπουλο Κωνσταντίνο για την
άδεια καταγραφής και ανάρτησής στο διαδίκτυο, και το Σωματείο ΕΛΛΗΝ.Α.Ι.Σ για
την αγαστή συνεργασία και την τεχνική εξυπηρέτηση.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Για οποιαδήποτε πληροφορία ή καταγγελία, παρακαλούμε, ενημερώστε μας στην
κεντρική ιστοσελίδα: https://www.fryktories.net
