Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ

Μελέτη και πρώτη ανάρτηση ( https://theancientwebgreece.wordpress.com )

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Πολύ συχνά, στην περιφερειακή αρχαιολογική έρευνα, το ενδιαφέρον συνοδεύει ή προκαλείται από συγκεκριμένα γεωπολιτικά γεγονότα. Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και η ανάδυση της Αιγυπτιολογίας στην Ευρώπη είναι το κλασσικό παράδειγμα μιας τέτοιας σχέσεως, αλλά η ιστορία της ερεύνης είναι γεμάτη από ανάλογες περιπτώσεις, ακόμη και πρόσφατες. Η Μακεδονία δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ιδιαίτερα ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφεραν στο προσκήνιο αυτή την ιδιόμορφη και ελάχιστα γνωστή περιοχή των Βαλκανίων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες έρευνες πραγματοποιήθηκαν από τα συμμαχικά στρατεύματα που στρατοπέδευαν σε διάφορα σημεία της Μακεδονίας. Ορισμένες φορές δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από το τυχαίο αποτέλεσμα δραστηριοτήτων, όπως η εκσκαφή χαρακωμάτων…

Είχαν προηγηθεί, οπωσδήποτε, το άρθρο του Rey και το χρήσιμο βιβλίο του Casson στις αρχές του αιώνος, που συνόδευσαν το κλασσικό έργο του Wace και Thompson για την Προϊστορική Θεσσαλία, αποτέλεσμα και εκείνο της πρόσφατης τότε προσαρτήσεως της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος. Αλλά η συστηματική έρευνα εγκαινιάζεται μόλις το 1939 με το πολύτιμο βιβλίο του W. Heurtley PrehistoricMacedonia, που αποτελεί θεμέλιο για την προϊστορία αυτής της περιοχής και αναφέρεται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε κατά την δεκαετία του 1920. Αναμφίβολα, όμως, από τις πρώτες στιγμές της Μακεδονικής Προϊστορικής έρευνας, η περιοχή αντιμετωπίσθηκε σε αντιδιαστολή με το Νότο.

Αυτό ήταν αναμενόμενο: ο νότος της Ελλάδος, ο χώρος του Κλασσικού πολιτισμού και της Προϊστορίας του, ήταν εκείνος που είχε -ήδη από τον ΙΗ΄ αιώνα- αποτελέσει το κεντρικό στερεότυπο της Ευρωπαϊκής ματιάς στην Ελλάδα, γοητεύοντας την φαντασία των Ευρωπαίων με τους περιηγητές, τις λιθογραφικές αποτυπώσεις των τοπίων, τη ρομαντική περιγραφή των τόπων του Κλασσικισμού και βέβαια με τα ίδια τα αρχαιολογικά αντικείμενα. Το βλέμμα της Ευρώπης προσδιόρισε ερευνητικές στάσεις και προσεγγίσεις και διαμόρφωσε επιστημολογικά το είδος της αρχαιολογίας που ασκήθηκε στο Νότο: μιας αρχαιολογίας που δίνει έμφαση στην ιστορία της τέχνης, ως υψηλής μορφής πολιτισμού.

Για την ιστορία της αρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα, ο ρόλος της Μακεδονίας -όπως και της Θεσσαλίας, σε μεγάλο βαθμό- ήταν καταλυτικός απέναντι στα στερεότυπα της Νοτιοελλαδικής αρχαιολογίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο πραγματικά διεπιστημονικό αρχαιολογικό πρόγραμμα στην Ελληνική Προϊστορία, που σηματοδοτεί την αρχή της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας, πραγματοποιήθηκε στη Μακεδονία στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και παρ’ όλη την ατυχή εξέλιξή του, αποτέλεσε υπόδειγμα και πρότυπο για πολλές έρευνες που ακολούθησαν σε όλη την Ελλάδα.

Εάν λοιπόν, όπως ο ίδιος ο Heurtley εξηγεί στην εισαγωγή του βιβλίου του, στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι η «Μακεδονία πάει με το Νότο» και όχι με τον «Βορρά», θα πρέπει η βαθύτερη αίσθηση διαφοράς να ήταν διάχυτη την εποχή εκείνη, αίσθηση που την ενίσχυε η πρόσφατη πολιτική ιστορία της περιοχής. Σε μικρότερο βαθμό, μία τέτοια ασυνέχεια συνεχίζει να διαμορφώνει ερευνητικές προσεγγίσεις ακόμη και μέχρι τις μέρες μας.

Η «διαφορά Βορρά – Νότου» έχει επανειλημμένα συζητηθεί σε σχέση με τις εξελίξεις στη Νότιο Ελλάδα που απουσιάζουν από την Μακεδονία, όπως η εμφάνιση ανακτορικών πολιτισμών και η εμφάνιση της «κοινωνικής πολυπλοκότητος», διαμορφώνοντας έτσι ένα είδος γεωγραφικού και πολιτισμικού «ορίου». Ποια είναι η συμμετοχή της αρχαίας πολιτικής σκέψεως στη συγκρότηση αυτής της αντιλήψεως για την διαφορετικότητα που εκδηλώνεται βόρεια και νότια από ένα ιδεατό «όριο», αφορά τους ειδικοτέρους ερευνητές.

Το μόνο, ωστόσο, που θα έπρεπε κανείς να πει για την Προϊστορία της περιοχής, ομολογουμένως σε ένα γενικότερο επίπεδο, είναι ότι μία τέτοια αντίληψη του ορίου μάλλον οδηγεί στην υποστασιοποίηση και στην αντικειμενοποίηση πολυδιαστάτων φαινομένων, όπως η κοινωνική οργάνωση ή η πολυπλοκότητα, τα οποία ούτε έχουν πάντα σταθερό περιεχόμενο ούτε, κατά συνέπεια, εκδηλώνονται υποχρεωτικά με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Για παράδειγμα, η κοινωνική πολυπλοκότητα μπορεί να διαπιστωθεί σε διάφορα πεδία -όχι μόνον στο πεδίο της πολιτικής οργανώσεως- και ιδιαίτερα στον τρόπο διαχύσεως της ισχύος στην κοινωνική δομή.

Το τελευταίο φαίνεται να κυριαρχεί και να χαρακτηρίζει ορισμένες κοινωνίες της Υστεροελλαδικής Εποχής στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, προφανώς μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες και ειδικά δομικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν είναι απαραίτητο να κυριαρχεί και σε άλλες γεωγραφικές περιοχές με διαφορετικές ιστορικές παραμέτρους. Μία αρχαιολογική συζήτηση που επιμένει σε ανάλογους όρους, καταλήγει να εξετάζει την εμφάνιση συγκεκριμένων αρχαιολογικών μορφών και στις δύο πλευρές του ορίου, τις οποίες συνήθως θεωρεί σταθερές και αναλλοίωτες και τις ονομάζει «τύπους», όπως π.χ. τον τύπο του ανακτόρου ή ειδικών ομάδων κεραμικής.

Η παρουσία του «ανακτόρου», ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ταυτόσημη με την πολιτική ιεραρχία, ούτε εξαντλεί το όποιο περιεχόμενο της τελευταίας, ενώ η απουσία του δε σημαίνει υποχρεωτική απουσία κάθε άλλης μορφής ιεραρχίας. Οι κεραμικές ομάδες δεν είναι δυνατό να συγκριθούν, χωρίς να έχει προηγηθεί η κατανόηση της λειτουργίας των αγγείων και των διαδικασιών παραγωγής τους μέσα στα διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, στα οποία συμμετέχουν και τα οποία εν μέρει διαμορφώνουν, ως στοιχεία του υλικού πολιτισμού.

Υπάρχει, λοιπόν, μία βαθύτερη δυσκολία να διατυπωθεί αναλυτικός λόγος, ο οποίος να στηρίζεται στις σταθερές κατηγορίες που διαμορφώνονται μέσω της αντιλήψεως του ιδεατού ορίου. Για τον λόγο αυτόν, κάθε φαινόμενο -στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό- θα αντιμετωπισθεί εδώ μέσα από τις δικές του παραμέτρους, χωρίς να προβληθεί σε γενικευτικές κατηγορίες που προϋποθέτουν, εκ των προτέρων, συγκεκριμένο περιεχόμενο, σημασία και ρόλο.

Ανάλογη δυσκολία, απόλυτα συναφής με τα προηγούμενα, προκύπτει από την εφαρμογή εθνοτικών ή πολιτισμικών κατηγοριών, οι οποίες συχνά υιοθετούνται -μάλλον άκριτα- ως προσπάθεια αποκαταστάσεως της Μακεδονικής Προϊστορίας. Η έννοια της πολιτισμικής ομάδος (που κατά βάση δεν αντιπροσωπεύει τίποτε περισσότερο από επιλεγμένες αρχαιολογικές κατηγορίες του υλικού πολιτισμού, κυρίως της κεραμικής), αποτελεί στη σχετική αρχαιολογική βιβλιογραφία δημοφιλές εργαλείο ιστορικής ανασυνθέσεως λαών και ομάδων με υποτιθέμενη διακριτή χωρική συμπεριφορά, ανιχνεύσιμη χάρις στην υλική μαρτυρία των αρχαιολογικών καταλοίπων.

Η αρχαιολογική μαρτυρία αποκαλύπτει, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εθνοτικές και πολιτισμικές καταγωγές, μετακινήσεις ακόμη και μεταναστεύσεις ή αποικισμούς. Παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι αυτή καθ’ αυτή η ανιχνεύσιμη κατανομή είναι στην ουσία το αποτέλεσμα της μονοσήμαντης σημασίας που αποδίδεται από την αρχαιολογική έρευνα στον υλικό πολιτισμό και ιδιαίτερα στην κεραμική. Αν η κεραμική και ο υλικός πολιτισμός δεν αποτελούν τεκμήριο πολιτισμικής προελεύσεως αλλά στοιχείο ταυτότητος των ομάδων που κατοικούν στην περιοχή, τότε η εικόνα που αναδύεται είναι αισθητά διαφορετική.

Στη θέση μιας γραμμικής κινήσεως πολιτισμικών ομάδων διαμορφώνεται ένα πυκνό πολυδιάστατο δίκτυο σχέσεων και επαφών μεταξύ των Προϊστορικών κοινοτήτων, το οποίο μπορεί να μην διαθέτει τη σχηματική απλότητα της συμβατικής ανασυνθέσεως, αλλά είναι αναμφίβολα πλουσιότερο και ίσως βρίσκεται πλησιέστερα στην πραγματικότητα της προϊστορικής ζωής. Δεν θα συζητήσουμε, βεβαίως, το θέμα της προελεύσεως γενικώς, θέμα με ιδιαίτερες θεωρητικές σημασιολογικές αποχρώσεις και το οποίο υπερβαίνει τα όρια και τους στόχους αυτής της πραγματεύσεως.

Τέλος, σε σχέση με την ιστορία της έρευνας, θα αναφερθούν δυο λόγια για την γεωγραφία της περιοχής. Ανεξάρτητα από γεωπολιτικές διαδρομές, η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας ορίζεται από τη λεκάνη απορροής του Αξιού, ο οποίος συνδέει αυτό που σήμερα βρίσκεται βόρεια και νότια από το σύγχρονο πολιτικό όριο, από τα σύνορα δηλαδή μεταξύ Ελλάδος και Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Στην παρουσίαση της Προϊστορίας της περιοχής, η προσπάθεια δεν θα είναι να υιοθετηθεί ένα νέο, σύγχρονο όριο που θα αντικαταστήσει το ιδεατό μεταξύ Βορρά και Νότου των αρχών του Κ΄ αιώνος, μεταθέτοντας μερικά χιλιόμετρα βορειότερα την διαχωριστική γραμμή, στα σημερινά σύνορα των δύο χωρών. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον και πρέπει να επισημανθεί ότι η ανασυγκρότηση της Προϊστορίας από τις δύο πλευρές των συνόρων, όσον αφορά το διεθνές ενδιαφέρον, δεν ακολούθησε παράλληλες πορείες.

Στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ξένα ερευνητικά προγράμματα, σχετικά πρόσφατα, κινήθηκαν παράλληλα με τα τοπικά, ενώ στην Ελληνική πλευρά, η αρχική εικόνα συγκροτήθηκε σε ένα διεθνές περιβάλλον, ήδη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συμμετοχή της Ελληνικής έρευνας έγινε αισθητή μόλις τις τελευταίες δεκαετίες και πήρε το απόλυτο προβάδισμα από την δεκαετία του 1980 και μετά.

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η Προϊστορική έρευνα στη Βόρεια Ελλάδα έχει ένα παρελθόν μόλις 100 χρόνων –και αν είναι κανείς λιγότερο γενναιόδωρος, μόλις 85. Όταν δημοσιεύονταν τα πρώτα άρθρα σχετικά με τη Μακεδονία στο Γερμανικό αρχαιολογικό περιοδικό Zeitschrift fur Ethnologie, μεταξύ του 1902 και του 1905, η Προϊστορική έρευνα σε πολλές περιοχές της Ευρώπης όσο και στη Νότια Ελλάδα ήταν ήδη καλά εδραιωμένη. Σημαντικές Προϊστορικές θέσεις είχαν ανασκαφεί από τη Σκανδιναβία μέχρι την Πελοπόννησο και την Κρήτη και από τη Σκοτία μέχρι τη Ρωσία, και οι μεταξύ τους πολιτισμικές σχέσεις ήταν αντικείμενο ζωηρών συζητήσεων.

Πολλοί από τους πολιτισμικούς κύκλους που θα κυριαρχούσαν στη σκέψη των Ευρωπαίων Προϊστοριολόγων του 20ου αιώνα, από τον Μυκηναϊκό μέχρι αυτόν της Bandkeramik στην Κεντρική Ευρώπη και εκείνον του Tripolye στην ανατολική, ήταν ήδη γνωστοί με αυτά τα ονόματα, κάποιοι από την δεκαετία του 1880. Το γεγονός αυτό, ότι η Βόρεια Ελλάδα παρέμενε ένα απόλυτο κενό στον Προϊστορικό χάρτη σε μία εποχή που οι γειτονικές χώρες προς Νότο και Βορρά είχαν ήδη αποκτήσει την Προϊστορική τους ταυτότητα, έμελλε να έχει σημαντικές συνέπειες για τον ρόλο που θα αποδιδόταν στην περιοχή από τη μετέπειτα έρευνα.

Εκτεταμένη έρευνα πεδίου (εξερεύνηση, ανασκαφές και χαρτογραφήσεις) έγινε για πρώτη φορά στην περίοδο 1915 – 19. Οι αρχαιολόγοι ήταν Γάλλοι και Βρετανοί που έτυχε να είναι στρατοπεδευμένοι στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης ως μέλη του στρατού της Αντάντ. Κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν στην περιοχή μετά το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων για να συνεχίσουν. Σύντομα προστέθηκαν και άλλοι, περιλαμβανομένων και Ελλήνων. Έτσι, η Προϊστορική έρευνα στη Βόρεια Ελλάδα από το 1920 και σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου απέκτησε αξιοσημείωτα κανονικότητα. Πρωτεργάτης ήταν η Βρετανική Σχολή των Αθηνών.

Από τις δραστηριότητες αυτές προέκυψαν μερικές δεκάδες δημοσιεύσεις, κυρίως ανασκαφικές εκθέσεις αλλά και πιο συνθετικές εργασίες. Ήδη το 1923 το κεφάλαιο για τον πρώιμο Αιγαιακό πολιτισμό του πολύτομου έργου Cambridge Ancient History περιείχε κάποιες αδρές αναφορές στη Νεολιθική της Μακεδονίας και της Θράκης. Αλλά η μεγάλη στιγμή, τουλάχιστον για τη Μακεδονία δυτικά του Στρυμόνα, ήρθε το 1939 με τη δημοσίευση ενός μνημειώδους τόμου, Prehistoric Macedonia, από τον W (Walter) A. Heurtley.

Το έργο αυτό παρουσίαζε αναλυτικά τα δεδομένα των περισσότερων (μέχρι το 1931) ερευνών και προχωρούσε σε μια λεπτομερειακή ερμηνευτική αποτίμησή τους. Η επιστημονική του αξία παρέμεινε αμείωτη για τα επόμενα 25 χρόνια. Οι συνέπειες της αργοπορίας της έρευνας στη Βόρεια Ελλάδα σε σχέση με τις προς Νότο και Βορρά περιοχές δεν άργησαν να φανούν σε αυτές τις δημοσιεύσεις. Εφόσον οι περιοχές εκείνες είχαν ήδη αποκτήσει την Προϊστορική τους ταυτότητα, θα χρησίμευαν τώρα ως σημεία αναφοράς για την ερμηνεία των νέων ευρημάτων.

Έτσι η προϊστορική ταυτότητα της Βόρειας Ελλάδας θα προσδιοριζόταν σε σχέση με τις αντιστοιχίες εκείνων των περιοχών –πότε σαν μέρος της μιας, πότε της άλλης, αλλά οπωσδήποτε όχι σαν τοπικό πολιτιστικό δημιούργημα. Η περιοχή θα θεωρείτο πολιτιστικά ως περιφέρεια τόσο των προς Νότο χώρων (της Θεσσαλίας και της Μυκηναϊκής σφαίρας) όσο και των προς Βορρά (π.χ. της Μοισίας και της Δακίας). Τέτοιες απόψεις και παραλλαγές τους διατηρούνται βέβαια μέχρι τις μέρες μας, δεν έχουν όμως την αίγλη και απήχηση που είχαν κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930, όταν αποτελούσαν την «τελευταία λέξη» της αρχαιολογικής επιστήμης.

Γενικότερα, η αντίληψη που επικράτησε στο Μεσοπόλεμο ήταν ότι η Βόρεια Ελλάδα, και η Μακεδονία ειδικότερα, θα έπρεπε να ήταν κάτι σαν «συνδετικός κρίκος» ανάμεσα στις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά και του (πολύ πιο πολιτισμένου στην Προϊστορία) Αιγαιακού Νότου: μια «γέφυρα» ανάμεσα στους ήδη γνωστούς Προϊστορικούς πολιτισμούς αυτών των περιοχών και, πιο συγκεκριμένα, ένας «διάδρομος» για τις μετακινήσεις των Προϊστορικών λαών από τη μια περιοχή στην άλλη.

Η αντίληψη αυτή, με γερές θεωρητικές ρίζες στην (Γερμανικής καταγωγής) ανθρωπογεωγραφική προσέγγιση του όψιμου 19ου αιώνα, αποτυπώνεται στις περισσότερες από τις αρχαιολογικές δημοσιεύσεις του Μεσοπολέμου. Η προσήλωση των ερευνητών στην εν λόγω αντίληψη λειτούργησε σαν δίκοπο μαχαίρι. Από τη μια, προώθησε σημαντικά την έρευνα πεδίου, εφόσον επιβεβαίωνε ότι ο Βορειοελλαδικός χώρος ήταν μείζονος σημασίας για τον κλάδο της Ευρωπαϊκής προϊστορίας –ένας χώρος που υποσχόταν να επιλύσει το κεντρικό πρόβλημα του κλάδου, την πολιτισμική σχέση ανάμεσα σε Βορρά και Νότο.

Από την άλλη, υπαινισσόταν ότι αυτός ήταν και ο μόνος λόγος για τον οποίο θα άξιζε να ασχοληθεί κανείς με την Προϊστορία της Βόρειας Ελλάδας – εν πάσει περιπτώσει, όχι γατί είχαν αναπτυχθεί και εκεί κάποιοι αξιόλογοι Προϊστορικοί πολιτισμοί που έπρεπε να μελετηθούν με τους δικούς τους όρους. Η Βόρεια Ελλάδα δεν φαινόταν να έχει την αίγλη της Νότιας και των νησιών: δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι θα ανακαλυπτόταν και εδώ Προϊστορικά ανακτορικά συγκροτήματα, ούτε πλούτος θησαυρισμένος σε τάφους, ούτε συστήματα γραφής.

Έτσι η περιοχή – κλειδί για την κατανόηση της Ευρωπαϊκής προϊστορίας παρουσιαζόταν ταυτόχρονα και ως περιοχή αμέτοχη στις πολιτιστικές εξελίξεις, με κατοίκους από τη φύση τους συντηρητικούς, χωρίς επιχειρηματικό πνεύμα και απαθείς απέναντι στην πρόοδο. Το μνημειώδες έργο του W.A. Heurtley που αναφέρθηκε προηγουμένως προσφέρει, κυρίως στα συμπεράσματά του, πολλά παραδείγματα. Αλλά τέτοιου είδους αντιλήψεις λανθάνουν και σε πολύ πιο πρόσφατες (επιστημονικές πάντα) δημοσιεύσεις.

Η δεύτερη «μεγάλη στιγμή» στην ιστορία της Προϊστορικής έρευνας στη Βόρεια Ελλάδα ήρθε με τη δεκαετία του ’60. Το 1961 μία ομάδα Προϊστοριολόγων και άλλων ερευνητών βρέθηκαν στη Νέα Νικομήδεια, στις νότιες παρυφές της Μακεδονικής πεδιάδας. Οι αρχαιολόγοι προέρχονταν από πανεπιστήμια (Χάρβαρντ και Κέμπριτζ) όπου η Προϊστορική αρχαιολογία διδάσκονταν ως μέρος της ανθρωπολογίας –κάτι ασυνήθιστο για την Ελλάδα όπου η παιδεία των Προϊστοριολόγων, ντόπιων όσο και ξένων, προέρχονταν σχεδόν χωρίς εξαίρεση από τις ανθρωπιστικές και, κυρίως, τις κλασικές σπουδές.

Το ίδιο ασυνήθιστο, τους αρχαιολόγους συνόδευαν στο πεδίο Παλαιοβοτανολόγοι και Ζωολόγοι. Στόχος της ομάδας δεν ήταν η αναζήτηση, για μία ακόμη φορά, της πολιτισμικής ταυτότητας της Προϊστορικής Μακεδονίας, αλλά η διερεύνηση ενός πολύ διαφορετικού ζητήματος, της διάδοσης της Νεολιθικής γεωργίας από τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη: ενός ζητήματος, δηλαδή, για το οποίο οι επιστήμες του φυσικού περιβάλλοντος (οικολογία, γεωμορφολογία κ.ά.) είχαν να πουν εξίσου πολλά με, αν όχι περισσότερο από την ανθρωπιστικά προσανατολισμένη αρχαιολογία.

Η θέση της Νέας Νικομήδειας επελέγη για έρευνα βάσει επιφανειακών ευρημάτων που υπαινίσσονταν μια πολύ πρώιμη αγροτική εγκατάσταση. Τα αποτελέσματα της ανασκαφής ήταν περισσότερο από ικανοποιητικά: εκτός από τα οικιστικά λείψανα, που περιλάμβαναν και ένα μεγάλο κτίσμα με μία περίεργη συλλογή αντικειμένων (οι ανασκαφείς το ονόμασαν “shrine”, δηλαδή «τέμενος»), τα υπολείμματα τροφών που ανασκάφηκαν ανήκαν στα γνωστά από τη Μεση Ανατολή εξημερωμένα ζωικά και φυτικά είδη, επιπλέον ραδιοχρονολογούνταν σε μία πραγματικά πολύ πρώιμη φάση της Ευρωπαϊκής Νεολιθικής, γύρω στο 7000 π,Χ.

Τα νέα αυτά ήταν παγκοσμίου ενδιαφέροντος και ανακοινώθηκαν σε περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας, το Illustated London News και το Scientific American. Όπως γράφτηκε στο τελευταίο, η Νέα Νικομήδεια ήταν «η θέση της παλαιότερης χρονολογημένης Νεολιθικής κοινότητας που είχε μέχρι τότε βρεθεί στην Ευρώπη». Έτσι η Βόρεια Ελλάδα θα αποκτούσε, για λίγο, τη φήμη του «πρώτου σταθμού» στη μακρά ιστορία της εξάπλωσης του τροφοπαραγωγικού σταδίου από την Ασία στην Ευρώπη.

Σύντομα όμως, η πρώιμη χρονολόγηση αμφισβητήθηκε (σήμερα η πρώτη εγκατάσταση στη θέση φαίνεται να χρονολογείται τουλάχιστον 600 χρόνια αργότερα από ό,τι αρχικά είχε υποτεθεί), και μία σειρά συγκυριών, αλλά και ωριμοτέρων σκέψεων, οδήγησαν το άστρο της Νέας Νικομήδειας με το χρόνο στη δύση του. Από την άλλη, η ιστορική σημασία της έρευνας στη Νέα Νικομήδεια δεν πρέπει να ξεχαστεί. Η προσέγγιση της ομάδας που εργάστηκε εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 θα ονομαζόταν αργότερα «Παλαιοοικονομική».

Οι άμεσες θεωρητικές καταβολές της βρισκόταν στην «πολιτισμική οικολογία» (cultural ecology) και στην «οικονομική προσέγγιση» στην προϊστορία , δημιουργήματα και οι δύο της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας. Ο ίδιος ο J.G.D. (Grahame) Clark, κύριος εισηγητής της οικονομικής προσέγγισης στη δεκαετία του ’50, είχε συμμετάσχει για ένα διάστημα στην ανασκαφή της Νέας Νικομήδειας. Με το τέλος της ανασκαφής (1963), κάποια μέλη της ομάδας μετέφεραν το πεδίο της έρευνάς τους στην Ήπειρο.

Εκεί ανακάλυψαν και ερεύνησαν συστηματικά, στα μέσα της δεκαετίας του ΄60, την τοπική Παλαιολιθική, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα παλαιολιθικά μοντέλα για τη μελέτη της. Σε λίγα χρόνια, οι παλαιοοικονομικές αρχές και προβληματισμοί καθοδηγούσαν πολλές ανασκαφές και επιφανειακές έρευνες, από την Ιταλία μέχρι το Ισραήλ, περιλαμβανομένης και της ανασκαφής του Φράχθη στην Αργολίδα. Από το 1966 και μετά, η παλαιοοικονομική προσέγγιση αποτελούσε τη θεωρητική και μεθοδολογική ραχοκοκαλιά ενός μείζονος ερευνητικού προγράμματος της Βρετανικής Ακαδημίας για την πρώιμη ιστορία της γεωργίας.

Χάρη στο εύρος και τη μακροβιότητά του, αλλά και την επιστημονική του αρτιότητα, το πρόγραμμα αυτό άγγιξε ένα μεγάλο μέρος της υφηλίου, μεταμορφώνοντας την εξάσκησή της. Η Νέα Νικομήδεια μπορεί να μην ήταν τελικά ο πρώτος Ευρωπαϊκός σταθμός της γεωργίας, είχε βρεθεί όμως στη ροή αυτών των εξελίξεων. Στο μεταξύ στη Βόρεια Ελλάδα, η δεκαετία που ξεκίνησε ευοίωνα με την ανασκαφή στη Νέα Νικομήδεια, θα τελείωνε (1968-70)εξίσου ευοίωνα με την ανασκαφή από ομάδα κυρίως Βρετανών αρχαιολόγων, στους Σιταγρούς, ένα μακρόβιο προϊστορικό οικισμό (6η – 3η χιλιετία π.Χ.) στις όχθες του Αγγίτη.

Η έμφαση στο φυσικό περιβάλλον και η εφαρμογή παλαιοοικονομικών μεθόδων στην περισυλλογή των δεδομένων (ως ένα σημείο και παλαιοοικονομικών μοντέλων στην ερμηνεία τους) αποτέλεσαν από την αρχή ουσιαστικό μέρος της έρευνας. Επιπλέον, χάρη στη βαθιά στρωματογραφία της θέσης και σε μία μακρά σειρά από ραδιοχρονολογήσεις, απλοποιήθηκε και βρήκε τη λύση του ένα πρόβλημα για το οποίο μόνο εικασίες υπήρχαν ως τότε. Συγκεκριμένα έγινε φανερό ότι η μεταλλουργία δεν όφειλε την άνθησή της σε επιδράσεις από το νότιο Αιγαίο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3η χιλιετία), αλλά ήταν πολύ παλαιότερη, και επομένως ανεξάρτητη από την τελευταία –ένα Βαλκανικό φαινόμενο με ρίζες στην 5η χιλιετία π.Χ.

Η Τρίτη «μεγάλη στιγμή» πρέπει να είναι κάπου στο μέλλον, ως η κορύφωση της έντονης δραστηριότητας των τελευταίων δύο δεκαετιών. Τα δημόσια έργα της περιόδου και, γενικότερα, η οικονομική ανάπτυξη έγιναν αφορμή για επιφανειακές έρευνες και ανασκαφές σε κλίμακα πολλαπλάσια από αυτήν που είχε επιχειρηθεί σε όλο τον προηγούμενο 20ο αιώνα. Τον όγκο των εργασιών αυτών διαχειρίστηκαν οι Εφορείες της Αρχαιολογική Υπηρεσίας, πολύ συχνά σε συνεργασία με πρόσφατους αποφοίτους αρχαιολογίας Ελληνικών πανεπιστημίων.

Ένας μεγάλος αριθμός προϊστορικών θέσεων ανασκάφηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τη σημερινή εικόνα της προϊστορίας στη Βόρεια Ελλάδα και τους προβληματισμούς που διέπουν τη μελέτη της –υπό ορισμένες, βέβαια, προϋποθέσεις. Εκτός από υπομονή, η ανάδειξη της σημασίας των νέων ανακαλύψεων θα απαιτήσει αφενός ιδιαίτερα πλατιά παιδεία και οξυδέρκεια από τους μελετητές και, αφετέρου, συλλογικές προσπάθειες, συνεργασίες και μακροχρόνια ερευνητικά προγράμματα προσανατολισμένα σε συγκεκριμένα και σημαντικά ερωτήματα.

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΕΣ ΤΟΠΙΟ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο τόπος και το τοπίο: ορισμένες έννοιες. Την τελευταία δεκαετία ολοένα και περισσότερες ιστορικές, αρχαιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες στρέφονται στη μελέτη του τοπίου. Το ενδιαφέρον αυτό εκδηλώθηκε και αναπτύχθηκε παράλληλα με τους σύγχρονους θεωρητικούς προβληματισμούς των ανθρωπιστικών σπουδών και ωρίμασε μεθοδολογικά μέσω της ανάπτυξης των επιφανειακών ερευνών, κυρίως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Το πρώτο λοιπόν ερώτημα που τίθεται σχετίζεται με το «τι είναι το τοπίο» και πως ή/και γιατί μπορεί να αποτελεί πεδίο έρευνας της αρχαιολογίας.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες -οι οποίες αποτελούν τον κύριο στόχο της αρχαιολογικής έρευνας- συμβαίνουν μέσα στον χώρο όπου ο άνθρωπος ζει, κινείται και ενεργεί. Στην έννοια του χώρου περιλαμβάνεται ο τόπος με το σημασιολογικό περιεχόμενο του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και το τοπίο, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και παρατηρεί τον τόπο στον οποίο ζει, κινείται ή δραστηριοποιείται. Στην πραγματικότητα δηλαδή το τοπίο αποτυπώνει τη μορφή ενός προϋπάρχοντος ή παράλληλα υπάρχοντος χώρου.

Το άτομο λοιπόν αποτελεί υποκείμενο και αντικείμενο ταυτόχρονα, αφού είναι αναπόσπαστο κομμάτι του χώρου και μαζί παρατηρητής του. Το τοπίο πέρα από τις σταθερές «αξίες» που το χαρακτηρίζουν και οι οποίες έχουν να κάνουν με τα φυσικά χαρακτηριστικά του χώρου, συναρτάται από μια σειρά υποκειμενικών παραγόντων, όπως οι αισθήσεις, η ψυχική κατάσταση, το κοινωνικό υπόβαθρο, τα βιώματα και οι επιθυμίες του παρατηρητή. Όπως χαρακτηριστικά έχει γραφτεί «ο όρος τοπίο αποτελεί κύημα της φαινομενολογικής προσέγγισης ενός τόπου».

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι -σύμφωνα με τη φαινομενολογική σχολή σκέψης- ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τον τόπο που τον περιβάλλει όχι μόνο είναι απόρροια μιας σειράς μεταβλητών παραγόντων αλλά είναι και ιστορικά προσδιορισμένος με βάση τα ζητούμενα της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής αλλά και την ιστορική μνήμη και γνώση που εμπεριέχει ο κάθε τόπος και η οποία μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Αυτές οι παράμετροι ισχύουν και σε ό,τι αφορά τον αρχαιολογικό χώρο, το μνημείο.

Ιδιαίτερα οι Προϊστορικοί αρχαιολογικοί χώροι και μάλιστα αυτοί της Μακεδονίας, οι οποίοι δεν σώζουν ορατά αρχιτεκτονικά λείψανα, αποτελούν ιδιαίτερα τοπία, πραγματικά κομμάτια του φυσικού χώρου και παράλληλα ανθρώπινα έργα μέσα σε αυτόν. Άλλοτε με τη μορφή χαμηλών ή ψηλών γήλοφων άλλοτε με τη μορφή ασφαλών θέσεων στην κορυφή υψωμάτων και πολλές φορές με τη μορφή απλών χωραφιών μέσα στην απέραντη μακεδονική πεδιάδα υπάρχουν στον χώρο συνθέτοντάς τον. Είπαμε παραπάνω ότι ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του τόπου στον οποίο ζει.

Ίσως όμως αυτή η παρατήρηση μόνη της «αδικεί» τις πραγματικές διαστάσεις της επίδρασης του ανθρώπου στον τόπο, γιατί έχει ιστορικά αποδειχθεί ότι δεν είναι μόνο οι φυσικοί παράγοντες που προσδιορίζουν και συχνά καθορίζουν την πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών αλλά είναι και ο άνθρωπος που επεμβαίνει δραστικά στο φυσικό περιβάλλον και αφήνει ορατά τα σημάδιά του σε αυτό. Έχει λοιπόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ανίχνευση του αρχαίου τοπίου μέσα στο σύγχρονο και μέσω αυτού η προσέγγιση της ανθρώπινης παρουσίας στον χώρο.

Άλλωστε η αρχαιολογική επιστήμη έχει στη βάση της ή προϋποθέτει μια τοπογραφική δραστηριότητα «χαρτογράφησης» παρελθουσών χρήσεων σε έναν παρόντα γεωγραφικό χώρο. H εξέταση της μορφολογίας μιας γεωγραφικής περιοχής από την μεριά της αρχαιολογικής έρευνας -με τη βοήθεια φυσικών επιστημών- δεν αποσκοπεί μόνο στην προσέγγιση των φυσικών της χαρακτηριστικών αλλά και στην προσέγγιση χρήσεων του παρελθόντος. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνουν κατανοητά χαρακτηριστικά των κοινωνιών που έδρασαν στην ίδια περιοχή σε προηγούμενες χρονικές περιόδους.

Για παράδειγμα ο εντοπισμός κατασκευών που σχετίζονται με τη χρήση του εδάφους, όπως οι πεζούλες, αποδεικνύουν τη συνέχιση χρήσης μιας περιοχής για αγροτικούς σκοπούς ή -σε αντίθετη περίπτωση- την αλλαγή της χρήσης της γης από αγροτική σε αστική. Εάν δε η έρευνα επικεντρωθεί στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου οικισμού, η μελέτη του χώρου μπορεί να φωτίσει μια σειρά θεμάτων, που ξεκινούν από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και κατ’ επέκταση την οικονομία του οικισμού, την επέμβαση του ανθρώπου στον χώρο, έτσι ώστε να διαμορφωθούν οι καταλληλότερες συνθήκες για τη διαβίωση και φθάνουν στη συμβολική φόρτιση φυσικών και τεχνητών στοιχείων του χώρου από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί.

Θα λέγαμε ότι μόνο μέσω μιας συνθετικής οπτικής που περιλαμβάνει τα φυσικά δεδομένα και τα έργα με τα οποία οι άνθρωποι οργάνωσαν τον χώρο και τον διαχειρίστηκαν, μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια προσέγγιση της πιθανής σχέσης των ανθρώπων με τον τόπο και της θέσης τους μέσα σε αυτόν.

Υπάρχει όμως άλλη μια διάσταση της σημασίας του αρχαιολογικού χώρου ως τμήματος του παρελθόντος τοπίου μέσα στο σύγχρονο: η ένταξη και η ανάπτυξη του αρχαιολογικού χώρου μέσα στο σύγχρονο τοπίο μέσω των δράσεων που αναπτύσσονται γύρω του -ξεκινώντας από τους περιορισμούς χρήσεων, προχωρώντας στην προστασία και τη διατήρησή του και φθάνοντας στην ανάδειξη και στην παρουσίασή του στο κοινό- σχετίζονται με τις ιστορικές, εθνικές, οικονομικές και άλλες αξίες που επενδύει η κοινωνία γενικά στην πολιτιστική κληρονομιά και ειδικότερα σε συγκεκριμένους αρχαιολογικούς χώρους με ιδιαίτερη σημασιοδότηση στη συλλογική μνήμη.

Ας περάσουμε σε ένα άλλο ζήτημα, αυτό της αντίληψης που είχαν για το τοπίο άτομα και κοινωνίες που δεν υπάρχουν πια. Εδώ υπάρχει μια δυσκολία, η οποία καταρχήν έγκειται στον υποκειμενισμό και στη φαινομενολογία του τοπίου, στοιχεία στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Η πιο πρόσφορη πηγή αναζήτησης τέτοιου είδους πληροφοριών βρίσκεται σε τοπιογραφίες, δηλαδή παραστάσεις του τοπίου της υπό μελέτης περιόδου. Και εδώ υπεισέρχεται ένα άλλο ζήτημα: πότε ξεκινούν οι παραστάσεις τοπίων και πώς εξηγείται η παντελής απουσία τοπιογραφιών από συγκεκριμένες χρονολογικές περιόδους ή από την τέχνη συγκεκριμένων πολιτισμών;

Σε ό,τι αφορά την προϊστορική τέχνη είναι γεγονός ότι στη Νεολιθική εποχή και στην εποχή του Χαλκού στη Μακεδονία και στο υπόλοιπο Αιγαίο δεν εμφανίζονται παραστάσεις στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος. Εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα αποτελούν οι τοιχογραφίες των Μινωικών ανακτόρων στην Κρήτη και του Ακρωτηρίου της Θήρας, όπου το φυσικό περιβάλλον αποδίδεται με μάλλον Ιλουζιονιστική διάθεση και συνήθως αποτελεί το «σκηνικό» της ανθρώπινης δράσης. Το γεγονός αυτό της απουσίας παραστάσεων τοπίων από την προϊστορική τέχνη έχει θεωρηθεί ότι σχετίζεται με την απουσία του νατουραλισμού, την αφαίρεση, η οποία την χαρακτηρίζει.

Από την άλλη πλευρά κοινωνιολογικές έρευνες της τοπιογραφίας αντιμετωπίζουν το θέμα του τοπίου και της απεικόνισής του κάτω από το πρίσμα της σχέσης του με τον άνθρωπο και έχουν δείξει ότι η ίδια η έννοια του τοπίου σχετίζεται με την απομάκρυνση του ανθρώπου από τη φύση, της οποίας κάποτε αποτελούσε οργανικό κομμάτι. Υπάρχει μάλιστα η άποψη ότι οι τοπιογραφίες ξεκινούν την περίοδο της Αναγέννησης, εποχή κατά την οποία αναδύεται ο ανθρωποκεντρισμός και ο ατομισμός.

Στην πραγματικότητα παραστάσεις τοπίων εμφανίζονται πολύ νωρίτερα: δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις φυσιοκρατικές παραστάσεις σε Μακεδονικούς τάφους, όπως τα νερολούλουδα στον τάφο των Ανθεμίων στη Νάουσα ή τα τοπία στις τοιχογραφίες του Εσκουιλίνου της Ρώμης από το 40 π.Χ.. Τα τελευταία αποτελούν τις αρχαιότερες τοπιογραφίες της Ευρωπαϊκής τέχνης.

Όποτε και αν θεωρήσουμε ότι ξεκίνησαν οι παραστάσεις τοπίων στη δυτική τέχνη, το βέβαιο είναι ότι η Προϊστορική τέχνη της Μακεδονίας δεν μας φέρνει εικόνες του τοπίου όπως το βίωναν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν αντικείμενα, τα οποία σφύζουν από φυσιοκρατία, από ρεαλιστική απεικόνιση στοιχείων του φυσικού περβάλλοντος, όπως οι βάτραχοι από στεατίτη από τον οικισμό της Νέας Νικομήδειας Ημαθίας.

Το Φυσικό Περιβάλλον της Προϊστορικής Μακεδονίας και η Ανθρώπινη Παρουσία

Από όσες μελέτες έχουν γίνει μέχρι σήμερα για το φυσικό περιβάλλον της Μακεδονίας ιδιαίτερη είναι η σημασία της μελέτης του M. Sivignon στο μνημειώδες έργο του Μμιχαήλ Σακελλαρίου, Μακεδονία, 4000 χρόνια Ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού. Εδώ ο Sivignon καταφέρνει όχι μόνο να διαγράψει ανάγλυφα τη γεωγραφική εικόνα της Μακεδονίας αλλά και να τοποθετήσει τα φυσικά χαρακτηριστικά του τοπίου της στα ευρύτερα πλαίσια του Ελληνικού και Βαλκανικού χώρου.

Παράλληλα μέσω της μελέτης του προτείνεται μια θεώρηση του φυσικού περιβάλλοντος της Μακεδονίας ως του πραγματικού πλαισίου μέσα στο οποίο έδρασε ο άνθρωπος και έτσι πήρε σάρκα και οστά ο υλικός πολιτισμός της άλλοτε υπακούοντας σε φυσικούς περιορισμούς και άλλοτε τιθασεύοντας τις φυσικές αντιξοότητες. Το φυσικό περιβάλλον της Μακεδονίας χαρακτηρίζεται από την επανάληψη ορισμένων συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, τα οποία διαμορφώνουν τόσο τη γενική γεωφυσική εικόνα όσο και το κλίμα.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι δύο: τα σχετικά ψηλά βουνά και τα λεκανοπέδια που με ελάχιστες εξαιρέσεις περικλείονται από βουνά. Τα βουνά της Μακεδονίας (Όλυμπος, Άσκιο, Βόρας, Πάικο, Βέρμιο, Πιέρια, Κερκίνη, Όρβηλος, Χολομώντας, Κερδύλλιο, Παγγαίο, Ροδόπη) ανήκουν στις Δειναρίδες και συγκεκριμένα στον κλάδο της οροσειράς των Ελληνίδων. Τα μεγαλύτερα από αυτά αποτελούν τα σύνορά της με τις άλλες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας και ορισμένα χρησίμευσαν ως τα προς βορά σύνορα της σύγχρονης Ελλάδας.

Τα λεκανοπέδια (όπως αυτά της Πτολεμαΐδας, της Αριδαίας, της Δράμας και των Σερρών) άλλοτε βρίσκονται σε πολύ χαμηλό υψόμετρο, ίσο με την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ υπάρχουν λίγες περιπτώσεις λεκανοπεδίων σε μεγαλύτερο υψόμετρο. Τα λεκανοπέδια και οι κοιλάδες ανάμεσα στα βουνά διατρέχονται από ποτάμια, γεγονός που έχει σημαντικές επιπτώσεις στο κλίμα αυτών των περιοχών. Όσο πιο μακριά βρίσκεται από τη θάλασσα η πεδινή περιοχή τόσο πιο πολύ επηρεάζεται το κλίμα της από τα βουνά και τα ποτάμια.

Κατά το παρελθόν σε αυτές τις λεκάνες υπήρχαν λίμνες, πολύ περισσότερες από αυτές που υπάρχουν σήμερα. Τα λεκανοπέδια που περικλείονται από βουνά, όπως είναι φυσικό, έχουν δυσκολία επικοινωνίας τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλες περιοχές καθώς αυτή είναι δυνατή μόνο μέσω των λιγοστών φυσικών περασμάτων. Οι μοναδικές ανοιχτές, παραλιακές πεδιάδες της Μακεδονίας είναι η κεντρική πεδιάδα με έξοδο στον Θερμαϊκό και η νότια πεδιάδα, της Κατερίνης.

Οι επικοινωνίες φαίνεται ότι είναι ευκολότερες στον άξονα βορά – νότου σε σχέση με τον άξονα ανατολή – δύση, γεγονός που σχετίζεται με τη διάταξη των ορεινών όγκων, η οποία με τη σειρά της επηρεάζει τη θέση των λεκανών και των περασμάτων των ποταμών. Είναι ενδεικτικό ότι, με εξαίρεση τον Αλιάκμονα, όλοι οι μεγάλοι μακεδονικοί ποταμοί (Αξιός, Στρυμόνας, Νέστος) έχουν πορεία από βορρά προς νότο, ενώ η πορεία τους προς τη θάλασσα γίνεται μέσα από ένα κλιμακωτό ανάγλυφο από φαράγγια, στενωπούς και πεδινές περιοχές.

Το κλίμα της Μακεδονίας έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με βορειότερες περιοχές των Βαλκανίων επηρεάζεται όμως και από το Αιγαίο. Αυτό ισχύει πρώτιστα για τις παράκτιες περιοχές της Θεσσαλονίκης, της Πιερίας, της Ανατολικής Μακεδονίας και της Χαλκιδικής. Η τελευταία άλλωστε, καθώς είναι μια χερσόνησος που εισχωρεί βαθιά στο Αιγαίο, είναι η μοναδική περιοχή της Μακεδονίας που έχει διαφορετικό γεωγραφικό και κλιματολογικό προφίλ, γεγονός που ενισχύεται και από την παρουσία της ελιάς.

Η ελιά που αποτελεί το χαρακτηριστικότερο φυτό των περιοχών με Μεσογειακό κλίμα απουσιάζει παντελώς από τη Μακεδονική ενδοχώρα και εμφανίζεται μόνο στην Πιερία, και συγκεκριμένα στην περιοχή της αρχαίας Πύδνας, στα παράλια της Χαλκιδικής και στην κοιλάδα των Ελαιών κοντά στις Σέρρες, τη μοναδική μη παράλια περιοχή της Μακεδονίας όπου υπάρχει η καλλιέργεια ελιάς. Επιστρέφοντας στο κλίμα της Μακεδονίας βλέπουμε ότι οι βροχοπτώσεις είναι αρκετές τόσο κατά τους χειμερινούς όσο και κατά τους θερινούς μήνες, ενώ είναι σημαντικά περισσότερες στις περιοχές με μεγαλύτερο υψόμετρο.

Οι χειμώνες είναι ψυχροί με χιονοπτώσεις, παγετούς και έντονη την επίδραση των βόρειων ανέμων (Βαρδάρης) στην περιοχή του Αξιού, ενώ τα καλοκαίρια η θερμοκρασία παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις. Ωστόσο δε λείπουν οι τοπικές διαφοροποιήσεις που οφείλονται στην επίδραση συγκεκριμένων παραγόντων. Για παράδειγμα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης οι χειμώνες είναι υγροί αλλά σαφώς ηπιότεροι από τις γειτονικές περιοχές, γεγονός που οφείλεται στην επίδραση της θάλασσας. Η σημερινή εικόνα της βλάστησης στη Μακεδονία δεν αναπαριστά αυτή που υπήρχε κατά την αρχαιότητα και μάλιστα στα προϊστορικά χρόνια.

Η συνεχής ανθρώπινη δραστηριότητα είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της βλάστησης και την παράλληλη αύξηση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Μιλήσαμε παραπάνω για την παρουσία της ελιάς σε λίγες μόνο περιοχές της Μακεδονίας με Μεσογειακού χαρακτήρα κλίμα και κυρίως στη Χαλκιδική. Στις τρεις χερσονήσους της Χαλκιδικής λοιπόν η βλάστηση είναι Μεσογειακή με κυρίαρχα είδη τις ελιές, τα πεύκα και τους σχίνους, ενώ στην ενδοχώρα τη απαντούν δάση δρυός, όπως και στη μεγαλύτερη έκταση της υπόλοιπης Μακεδονίας.

Σε περιοχές με υψόμετρο συνήθως πάνω από 1.000 μ.εμφανίζεται η ζώνη με δέντρα κεντροευρωπαϊκής ή βορειοευρωπαϊκής προέλευσης όπως η οξιά και τα κωνοφόρα με χαρακτηριστικότερα είδη τη μαύρη πεύκη και την ερυθρελάτη. Πιο ψηλά, ανάμεσα στα 1.600 και στα 2.200 μ. η οξιά και τα κωνοφόρα δίνουν τη θέση τους στην πεύκη τη λευκόδερμο. Πάνω από τα 2.000 / 2.200μ. σταδιακά τα δάση μειώνονται, για να εμφανιστούν συστάδες νάνων αρκεύθων, ενώ στη συνέχεια το τοπίο γίνεται αλπικό. Είναι βέβαιο ότι κατά την αρχαιότητα τα δάση καταλάμβαναν μεγαλύτερες εκτάσεις και φιλοξενούσαν πολλά είδη άγριας πανίδας.

Όπως διαβάζουμε στις πηγές, στα δάση της Μακεδονίας ζούσαν -εκτός από τα μικρά ζώα- αρκούδες, βόνασοι, ελάφια, κάπροι, λύγκες αλλά και λιοντάρια. Σήμερα εξακολουθούν στα ίδια δάση να ζουν κάπροι, ελάφια και περιορισμένος αριθμός αρκούδων. Μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας καταλαμβάνονται σήμερα από πεδινές εκτάσεις. Οι καλλιεργήσιμες γαίες είναι εκτεταμένες και σε ένα ποσοστό βρίσκονται σε εκτάσεις που στην αρχαιότητα καταλαμβάνονταν από νερό ή ήταν ελώδεις και έχουν πλέον αποξηρανθεί.

Πλέον η καλλιεργήσιμη γη δεν περιορίζεται στις πεδιάδες αλλά και σε λοφώδεις και ημιορεινές περιοχές, οι οποίες κατά την αρχαιότητα θα καλύπτονταν από δάση, τα οποία έχουν αποψιλωθεί στο πέρασμα των αιώνων. Οι καλλιέργειες στη Μακεδονία περιλαμβάνουν μια μεγάλη σειρά ειδών, όπως δημητριακά, όσπρια, βαμβάκι, καπνός αλλά και κηπευτικά, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες έχει αυξηθεί το ποσοστό των δενδροκαλλιεργειών.

Σε ό,τι αφορά τον ορυκτό πλούτο της Μακεδονίας, η σημερινή κατάσταση φαίνεται να αντικατοπτρίζει την κατάσταση που επικρατούσε και κατά την αρχαιότητα: χρυσός υπάρχει στο Παγγαίο, στη Στρατονίκη της Χαλκιδικής, στον ποταμό Γαλλικό -ο Εχέδωρος των αρχαίων- και στην περιοχή των Σερβίων Κοζάνης. Σίδηρος βρίσκεται στη Θάσο και σιδηροπυρίτες στη Χαλκιδική, όπου υπάρχουν επίσης μόλυβδος και μαγνήσιο. Τέλος αξίζει να σημειώσουμε τους υδρογονάνθρακες της Θάσου και τους λιγνίτες της Πτολεμαϊδας και του Αμυνταίου, που αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες ενεργειακές πηγές της Ελλάδας.

Ως προς τη γεωμορφολογία της Μακεδονίας ένα σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα είναι η διαμόρφωση της σημερινής πεδιάδας των Γιαννιτσών και του Θερμαϊκού κόλπου. Οι σχετικές έρευνες που έχουν γίνει, έδειξαν ότι όλη αυτή η περιοχή κατά τους προϊστορικούς χρόνους καταλαμβανόταν από μέτριου βάθους νερά, ενώ στις παρυφές της υπήρχαν αβαθή ύδατα και έλη (θάλασσα ή λίμνη του Λουδία). Η θάλασσα έφθανε κοντά στον οικισμό της Νέας Νικομήδειας Ημαθίας και στο Αρχοντικό Πέλλας.

Οι προσχώσεις των ποταμών είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή επίχωση των υδάτων, διαδικασία η οποία είχε ήδη ξεκινήσει στα κλασικά χρόνια (5ος αιώνας π.Χ.) και οδήγησε πλέον στους όψιμους ρωμαϊκούς χρόνους (2ος -3ος αιώνας μ.Χ.) στον αποκλεισμό των υδάτων, τα οποία μετατράπηκαν στον Βάλτο των Γιαννιτσών και διαμόρφωσαν την ακτογραμμή του Θερμαϊκού, ο οποίος ακόμη σήμερα δέχεται την προσχωσιγενή επίδραση των ποταμών. Ο βάλτος αποξηράνθηκε τη δεκαετία του ’30, απαλλάσσοντας τους κατοίκους από την ελονοσία και δίνοντας τη θέση της στην εύφορη πεδιάδα Θεσσαλονίκης – Βέροιας – Γιαννιτσών.

Το τελευταίο αυτό σημείο μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα που θα θέσουμε προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το τοπίο της προϊστορικής Μακεδονίας και το οποίο έχει να κάνει με το πως έμοιαζε το τοπίο της Μακεδονίας την Προϊστορική εποχή και μάλιστα στις περιοχές που βρίσκονταν στην ακτίνα δράσης των Προϊστορικών οικισμών. Είδαμε ήδη ότι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του σημερινού τοπίου της Μακεδονίας, η κεντρική πεδιάδα, ήταν κατά την Προϊστορία θάλασσα. Το ίδιο συνέβαινε και με άλλες υδάτινες περιοχές, όπως η λίμνη του Αχινού στις Σέρρες και η Κίτρινη λίμνη (Σαριγκιόλ) στην Κοζάνη.

Αναφέραμε επίσης ότι η βλάστηση ήταν πολύ πιο πυκνή από τη σύγχρονη εποχή και δάση κάλυπταν τα βουνά αλλά και μεγάλο μέρος των περιοχών με χαμηλό υψόμετρο. Προκειμένου να πλησιάσουμε περισσότερο στο περιβάλλον ενός προϊστορικού οικισμού είναι απαραίτητη η βοήθεια της Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας και των Θετικών Επιστημών, οι οποίες με τις μεθόδους τους επιτρέπουν την ανασύνθεση του χώρου που περιέβαλε μια Προϊστορική κοινότητα και από τον οποίο ο άνθρωπος αντλούσε αυτά που χρειαζόταν για την επιβίωσή του.

Η Αρχαιοπαλυνολογία (η μελέτη εξέλιξης του αρχαιοπεριβάλλοντος με βάση το σύνολο των γυρεόκοκκων και σπορίων που έχουν μεταφερθεί σε μια θέση με φυσικό τρόπο ή μέσω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων), η Ανθρακολογία (η μελέτη του περιβάλλοντος ενός οικισμού μέσω των καταλοίπων ξυλάνθρακα, δηλαδή απανθρακωμένου ξύλου από κατασκευές, αντικείμενα κ.λ.π., που συλλέγεται κατά την ανασκαφή), η Αρχαιοζωολογία (η μελέτη των ζωικών καταλοίπων ενός οικισμού, δηλαδή οστών και κεράτων), η Αρχαιοβοτανολογία (η μελέτη των καταλοίπων φυτικών προϊόντων που αποθηκεύονταν ή μαγειρεύονταν σε έναν οικισμό), είναι μερικές μόνο από τις επιστήμες που βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ένας από τους λίγους ανασκαμμένους προϊστορικούς οικισμούς της Μακεδονίας στους οποίους έγινε μια τέτοιου τύπου ολιστική προσέγγιση του αρχαιοπεριβάλλοντος είναι ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού Καστοριάς. Οι ειδικοί που μελέτησαν το υλικό κατέληξαν σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με το οικολογικό περιβάλλον του οικισμού και με την ανθρώπινη δραστηριότητα που αναπτύχθηκε σε αυτό. Διαπιστώθηκε ότι μεγάλα δάση κάλυπταν τη γύρω περιοχή, με κυρίαρχη την παρουσία των μικτών φυλλοβόλων δασών με βελανιδιές, γαύρους, φτελιές, φλαμουριές φουντουκιές και καρυδιές.

Σε μεγαλύτερα υψόμετρα εμφανίζονταν δάση με οξιές και κωνοφόρα, ενώ δεν έλειπαν οι θαμνώδεις εκτάσεις. Στις ρεματιές υπήρχαν είδη όπως κρανιές και σφένδαμοι, στις παρόχθιες ζώνες κυρίαρχη ήταν η παρουσία του σκλήθρου, ενώ οι καλαμιές βρίσκονταν σε περιορισμένες συστάδες. Στις περιοχές που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με τον οικισμό διαπιστώθηκε ότι ήταν έντονη η παρουσία των αγρωστωδών και των καλλιεργούμενων δημητριακών, γεγονός που οδήγησε τους ειδικούς στο συμπέρασμα ότι οι γεωργοί του Δισπηλιού είχαν επιλέξει για την καλλιέργεια τις εκτάσεις που βρίσκονταν απολύτως δίπλα στον κατοικημένο χώρο.

Αυτή η επιλογή δεν είχε να κάνει μόνο με τις ευκολίες που προσφέρει στον αγρότη η μικρή απόσταση από το σπίτι στο χωράφι του αλλά κυρίως με τη ευφορία των χωραφιών που βρίσκονταν κοντά στη λίμνη. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα που καλλιεργούνταν ήταν το μονόκοκκο και δίκοκκο σιτάρι αλλά εντοπίστηκαν και άλλα είδη σιτηρών, όπως το σιτάρι σπέλτα και το κριθάρι, όσπρια όπως η φακή, το μπιζέλι, το λαθούρι, το ρόβι και αρκετά είδη φρούτων και καρπών, όπως το άγριο αχλάδι, το βατόμουρο, το κράνο, ο σαμπούκος, το σταφύλι και η τσικουδιά, τα οποία συνέλεγαν οι κάτοικοι του οικισμού εμπλουτίζοντας έτσι τη διατροφή τους.

Τα πυκνά και κοντινά σε απόσταση δάση πρόσφεραν θήρα και βέβαια το υγρό στοιχείο, η λίμνη, δεν συμπλήρωνε απλώς τη διατροφή των κατοίκων με ψάρια αλλά είχε κυρίαρχη παρουσία καθώς ο ίδιος ο οικισμός ήταν λιμναίος και έτσι η οργάνωση του χώρου του διαμορφωνόταν σε μεγάλο βαθμό από το υγρό στοιχείο. Υπολογίζεται ότι το κλίμα δεν ήταν πολύ διαφορετικό από το σημερινό: χειμώνες με χαμηλές θερμοκρασίες και καλοκαίρια υγρά. Το μεγάλο ύψος των βροχοπτώσεων -80 έως 100 χιλιοστά ετησίως- ευνοεί σήμερα όπως και στην προϊστορική εποχή την ανάπτυξη της βλάστησης και κυρίως των πλατύφυλλων φυλλοβόλων δέντρων και των κωνοφόρων σε μεγαλύτερα υψόμετρα.

Η μελέτη των παλυνολογικών και των ανθρακολογικών δεδομένων έδειξε ότι η ανθρωπογενής επίδραση στο φυσικό περιβάλλον ήταν ελάχιστη κατά τη διάρκεια ζωής του οικισμού. Σκιαγραφείται λοιπόν το τοπίο ενός οικισμού, ο οποίος αναπτύσσεται σε ένα φυσικό περιβάλλον κατά πολύ όμοιο με αυτό που αντικρίζουμε σήμερα. Οι κάτοικοι εκμεταλλεύονταν όλες τις δυνατότητες που τους προσέφερε ένα πλούσιο σε πόρους φυσικό περιβάλλον αλλά δεν επενέβησαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να το διαφοροποιήσουν ουσιαστικά.

Ως ένα άλλο παράδειγμα μελέτης, η οποία οδήγησε στη συναγωγή συμπερασμάτων για την οικονομία και το αρχαιοπεριβάλλον ενός προϊστορικού οικισμού, είναι αυτή που έγινε με βάση το αρχαιοζωολογικό υλικό του οικισμού στο Αρχοντικό της Πέλλας. Η μελέτη πέρα από την αναγνώριση των οικόσιτων και άγριων ειδών, τα οποία εμφανίζονται στη θέση, οδήγησε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την οικονομία του οικισμού.

Παρατηρήθηκε ότι κατά τη μετάβαση από τη φάση της Πρώιμης εποχής του Χαλκού στη Μέση υπάρχει αύξηση της οικόσιτης κτηνοτροφίας βοοειδών και χοιροειδών κατά 10% με αντίστοιχη μείωση του κυνηγιού. Οι λόγοι αυτής της αλλαγής αναζητούνται σε παράγοντες, όπως η μείωση του φυσικού αποθέματος άγριας πανίδας λόγω της υπερθήρευσης ή και της αποδάσωσης, ενώ σημαντική επίδραση θα πρέπει να είχε η βελτίωση των μεθόδων της κτηνοτροφίας, η οποία θα είχε ως συνέπεια την κάλυψη ολοένα και μεγαλύτερου ποσοστού διατροφικών αναγκών των κατοίκων από τα οικόσιτα ζώα.

Άλλες παρατηρήσεις έχουν να κάνουν την διαφορετική εκμετάλλευση κάθε είδους: για παράδειγμα διαπιστώθηκε η εκμετάλλευση όλων των ειδών ως προς το δέρμα, ενώ στα αιγοπρόβατα υπάρχει έμφαση στην εκμετάλλευση κρέατος, μυελού και μαλλιού και λιγότερο στην εκμετάλλευση του γάλακτος. Στα βοοειδή, τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία του Αρχοντικού, δίνεται έμφαση στην εκμετάλλευση δέρματος και μυελού και επιλεκτικά του κρέατος, ενώ η γαλακτοπαραγωγός χρήση δε φαίνεται σημαντική.

Ανάμεσα στα θηράματα που καταναλώνονταν στον οικισμό, κυρίαρχη είναι η παρουσία των ελαφοειδών, για τα οποία η έρευνα έδειξε ότι θα πρέπει να θηρεύονταν εποχιακά και συγκεκριμένα κατά τη χειμωνιάτικη περίοδο, όταν τα ζώα κατέβαιναν σε χαμηλότερα υψόμετρα, ενώ η εκμετάλλευσή τους ήταν σύνθετη και περιλάμβανε, εκτός βέβαια από το κρέας, το δέρμα, τον μυελό και τα κέρατα για την κατασκευή εργαλείων.

Στο Αγγελοχώρι Ημαθίας, έναν οικισμό της Ύστερης Εποχής του Χαλκού οι περιβαλλοντικές έρευνες οδήγησαν σε σημαντικές παρατηρήσεις για το αρχαιοπεριβάλλον και την οικονομία: η θέση, η οποία σήμερα βρίσκεται μέσα στον κάμπο Βέροιας – Γιαννιτσών, κατά την Προϊστορική εποχή βρισκόταν πολύ κοντά στη θάλασσα και πιθανότατα περιβαλλόταν από έλη.

Γύρω από τον οικισμό υπήρχαν εκτάσεις πρόσφορες για καλλιέργεια δημητριακών και για βοσκοτόπια, ενώ σε αποστάσεις που μπορούσαν να διανυθούν βρίσκονταν οι λοφοσειρές της Νάουσας, οι οποίες ακόμα σήμερα είναι δασωμένες και έτσι αποτελούσαν πρόσφορους κυνηγότοπους για τους προϊστορικούς κατοίκους της περιοχής. Η μελέτη των αρχαιοζωολογικών καταλοίπων έδειξε τη σημαντική θέση του κυνηγιού στις διατροφικές συνήθειες, χωρίς βέβαια να λείπουν τα εξημερωμένα είδη, όπως τα αιγοπρόβατα, οι χοίροι, τα βοοειδή.

Η παλυνολογική έρευνα επιβεβαίωσε την καλλιέργεια δημητριακών κοντά στον οικισμό αλλά και τη μεταφορά δέντρων ή και κλαδιών πεύκης από το βουνό, ενώ η αρχαιοβοτανολογική μελέτη έδωσε στοιχεία για την επεξεργασία και την κατανάλωση δημητριακών και παραγώγων τους, ανάμεσα στα οποία το πλιγούρι. Πέρα από τις ποικίλες πληροφορίες, που αντλούνται από τις περιβαλλοντικές έρευνες στο Αγγελοχώρι για το περιβάλλον, τη διατροφή και γενικότερα την καθημερινή ζωή, διαπιστώνεται ότι στην περίπτωση αυτού του οικισμού το φυσικό περιβάλλον επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση του ίδιου του χώρου.

Ο οικισμός ιδρύθηκε σε μια φυσικά επίπεδη περιοχή, η οποία ανυψώθηκε τεχνητά με τη βοήθεια άμμου, που υπήρχε άφθονη λόγω των ποταμών και των ελών. Η άμμος στρώθηκε σε παχιά στρώματα, έτσι ώστε τα σπίτια να κτιστούν σε ένα χαμηλό ύψωμα, με όλες τις θετικές συνέπειες που είχε αυτό τόσο στην προστασία από τις πλημμύρες και άλλες φυσικές απειλές όσο και στην πραγματική και συμβολική σηματοδότηση του ενδοκοινοτικού χώρου σε σχέση με τον εξωκοινοτικό.

Εκτός από την επιχωμάτωση με άμμο το μεγάλο αυτό έργο συμπληρώνεται από ένα ογκώδες άνδηρο, κατασκευασμένο από ξύλο, άμμο, πέτρες και πηλό και περιβάλλει τον οικισμό. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι οι άνθρωποι που κατοίκησαν το Αγγελοχώρι επένδυσαν χρόνο και κόπο για να δώσουν στο χωριό τους θέση, διάταξη και διάσταση στον χώρο και παράλληλα με αυτόν τον τρόπο διαμόρφωσαν το τοπίο της συγκεκριμένης περιοχής με τρόπο που χαράχθηκε ανεξίτηλα στον χρόνο και στον χώρο.

Αυτή η παρατήρηση μας δίνει τη δυνατότητα να επιστρέψουμε στην αρχή της συζήτησής μας για τον χώρο και τον άνθρωπο. Στη Μακεδονία ο οικισμός -όπως αυτός στο Αγγελοχώρι- που έχει τη μορφή χαμηλού ή ψηλού γηλόφου με απότομες ή ομαλές πλαγιές και με σχήμα που ποικίλει και έχουμε συνηθίσει να τον ονομάζουμε «τούμπα», αποτελεί έναν από τους χαρακτηριστικότερους οικιστικούς τύπους. Συνήθως δεσπόζουν στο τοπίο και είναι ορατοί από μεγάλες αποστάσεις. Σε άλλες όμως περιπτώσεις -εκεί όπου υπάρχουν και φυσικά υψώματα στη γύρω περιοχή ή υπάρχει πολύ πλούσια βλάστηση- δε διακρίνονται εύκολα και δημιουργούν την εντύπωση ότι αποτελούν φυσικούς λοφίσκους.

Βέβαια πολλοί Προϊστορικοί οικισμοί είναι ιδρυμένοι σε επίπεδες θέσεις και γι’ αυτό είναι περισσότερο ευάλωτοι στις σύγχρονες επεμβάσεις και κυρίως στην καλλιέργεια αλλά και δυσκολότερα εντοπίσιμοι. Αυτού του τύπου οι οικισμοί εντοπίζονται τυχαία ή με επιφανειακές έρευνες, όπως και οι οικισμοί που βρίσκονται στις πλαγιές ή στην κορυφή φυσικών υψωμάτων και σε σπήλαια. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα προϊστορικά χωριά αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια του παρελθόντος και σύγχρονου -ας ελπίσουμε και του μελλοντικού- τοπίου της Μακεδονίας. Είναι … «εγγραφές του χρόνου πάνω στον χώρο».

Το φυσικό περιβάλλον

Καμία καταγραφή της ανθρώπινης δραστηριότητος δεν είναι πλήρης, χωρίς την παράμετρο του περιβάλλοντος. Το περιβάλλον, όπως έχει παρατηρηθεί ήδη από τους Προϊστοριολόγους του περασμένου αιώνος, είναι καταρχήν το σύνολο των δυνατοτήτων και των πόρων που έχει στην διάθεσή της κάθε ανθρώπινη ομάδα, ανεξάρτητα από το πόσο και με ποιόν τρόπο το αξιοποιεί. Είναι μία εν δυνάμει παραγωγική δύναμη, η οποία, αντίθετα από την διαδεδομένη αντίληψη της σταθερότητος, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση και μεταλλαγή, εξαιτίας των επαναλαμβανομένων φυσικών διεργασιών και φαινομένων.

Παράλληλα, όμως, ο άνθρωπος στην καθημερινή επαφή του με τον χώρο, μετατρέπει συνεχώς το φυσικό περιβάλλον σε τοπίο και τον χώρο στον τόπο της καθημερινής πρακτικής του. Έτσι, το φυσικό περιβάλλον, καθώς μετασχηματίζεται σε κοινωνικό περιβάλλον, βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την κοινωνική πραγματικότητα. Για την κατανόηση των παραμέτρων της ζωής του προϊστορικού ανθρώπου, η επάλληλη δημιουργία των προϊστορικών τοπίων είναι κεντρικό θέμα στην ιστορία της ανθρώπινης εγκαταστάσεως.

Σε όλη τη διάρκεια της Προϊστορίας παρακολουθούμε στενά τις περιπέτειες της δημιουργίας αυτών των Προϊστορικών παλιμψήστων, που σημαίνονται στον χώρο από την ανθρώπινη παρέμβαση, άλλοτε μικρότερη και άλλοτε μεγαλύτερη. Οι γνώσεις μας για το Μακεδονικό περιβάλλον δεν είναι τόσο λεπτομερείς ώστε να επιτρέπουν μία πολύ καλή εικόνα, εξειδικευμένη στις κατά τόπους περιοχές. Τις φυσικές μεταβολές τις γνωρίζουμε μάλλον αποσπασματικά σε ορισμένες περιοχές, στις οποίες έχει αναπτυχθεί σχετική φυσική έρευνα. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσχωση του Θερμαϊκού κόλπου.

Η ιστορική υπόθεση του Struck και του Hammond επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερες συστηματικές έρευνες στην περιοχή, οι οποίες υποδεικνύουν ένα εκτεταμένο επεισόδιο προσχώσεων, οι οποίες μετέτρεψαν τον βαθύ Θερμαϊκό κόλπο, κατά τη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητος, σε λιμνοθάλασσα και σε ρηχή λίμνη στα νεώτερα χρόνια, σε μία πολύπλοκη αλληλεπίδραση δελταϊκών προσχώσεων και ανόδου της στάθμης της θαλάσσης. Στην περιοχή της Βόρειας Πιερίας, οι σχετικές γεωμορφολογικές μελέτες έχουν αποκαταστήσει υποδειγματικά τα επεισόδια της πολύπλοκης αλληλουχίας προσχώσεων και διαβρώσεων, στα οποία εντάσσεται και η ανθρώπινη δραστηριότητα.

Στην πεδινή περιοχή της Κατερίνης οι αποθέσεις ξεπερνούν τα 10 μέτρα. Στις προσκείμενες ρεματιές, τα διακριτά επεισόδια προσχώσεων χρονολογούνται από την πρώιμη 7η χιλιετία, δηλαδή από την αρχή της Νεολιθικής, ενώ τα τελευταία επεισόδια χρονολογούνται στους μέσους και νεωτέρους ιστορικούς χρόνους. Επομένως, πολλές θέσεις, από τις οποίες ελάχιστες μόνον τυχαία έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, υποθέτουμε ότι βρίσκονται «θαμμένες» στα χαμηλότερα σημεία του αναγλύφου.

Αντίθετα, οι λόφοι που περιβάλλουν τις πεδιάδες, έχουν υποστεί εκτεταμένη διάβρωση και οι αρχαιολογικές θέσεις στις περιοχές αυτές έχουν, σε μεγάλο βαθμό, καταστραφεί. Ανάλογες δραματικές μεταβολές έχουν υποστεί οι ακτογραμμές της Πιερίας. Το εξαγόμενο συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα που διαθέτουμε για την διαχρονική ανθρώπινη εγκατάσταση είναι σε μεγάλο βαθμό παραμορφωμένη από τις φυσικές γεωμορφικές διαδικασίες, ενώ το διαθέσιμο μικροπεριβάλλον των θέσεων ήταν -σε κάθε στιγμή- εντελώς διαφορετικό από εκείνο που υποβάλλει η σημερινή εικόνα του τοπίου.

Το παράδειγμα της Βόρειας Πιερίας καταδεικνύει πόσο σημαντική είναι η ανασύνθεση της ιστορίας του περιβάλλοντος, προκειμένου να κατανοήσουμε τα στοιχεία του τοπίου ανεξαρτήτως εποχής και υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερες εκτεταμένες γεωμορφολογικές έρευνες. Στο θέμα αυτό, η αίσθηση της «ακινησίας» του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο η κοινή αντίληψη θεωρεί μία σταθερή παράμετρο μέσα στην κίνηση της ιστορίας, αποδεικνύεται επισφαλής και αναξιόπιστη.

Η δυσκολία πολλαπλασιάζεται, όταν στις συνιστώσες του τοπίου προστεθεί η βλάστηση, το στοιχείο εκείνο με το οποίο ο άνθρωπος ανέπτυσσε άμεση και πολυδιάστατη σχέση. Ευτυχώς, σε κάποιον βαθμό, οι αναλύσεις γύρης που καλύπτουν ολόκληρη την περιοχή της Ελληνικής Μακεδονίας, παρέχουν μία εικόνα για τις αυξομειώσεις της δασικής βλάστησης -επαρκέστερη, σε σχέση με την γεωμορφολογική- και επιτρέπουν υποθέσεις τόσο για την μεταβολή του κλίματος όσο, κυρίως, για τη σχέση βλάστησης και ανθρώπινης δραστηριότητος.

Για παράδειγμα, προτείνεται ότι την 5η χιλιετία π.Χ. τα καλοκαίρια στα ορεινά μπορεί να ήταν έως και 4 βαθμούς θερμώτερα απ’ ό,τι σήμερα. Αντίθετα, μόλις στην Εποχή του Χαλκού -και μάλιστα προς το τέλος της- αρχίζει να είναι εμφανής κάποια υποβάθμιση της βλάστησης, αποτέλεσμα μάλλον της εντατικής βόσκησης και του αποικισμού των ημιορεινών περιοχών. Αλλά και γι’ αυτή την πιθανότητα, οι παλαιοβοτανικές μαρτυρίες δεν είναι αποφασιστικής σημασίας.

Η Πρώιμη Προϊστορία

Στη Μακεδονία πιστοποιείται η αρχαιότερη παρουσία του ανθρώπου στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος των Πετραλώνων της Χαλκιδικής συζητήθηκε έντονα τόσο για την ηλικία του όσο και για τον ανθρωπολογικό προσδιορισμό του. Η γενική συμφωνία σήμερα είναι ότι αντιπροσωπεύει ένα διακριτό είδος Ευρωαφρικανικού μεσοπλειστοκαινικού Αρχαϊκού homosapiens, που ονομάζεται homoheidelbergensis, ενώ οι πιο πρόσφατες εργαστηριακές χρονολογήσεις τοποθετούν την παρουσία του στα 150 – 250.000 χρόνια πριν από το παρόν.

Με τον τρόπο αυτό, έχει κλείσει ένα θέμα που προκάλεσε αρκετές αντιγνωμίες και, ορισμένες φορές, έντονες αντιπαραθέσεις, ενώ αποδείχθηκαν υπερβολικές, ως προς την χρονολόγηση, παλαιότερες σχετικές εκτιμήσεις. Η παρουσία του ανθρώπου στην πρωιμότερη περίοδο της Ελληνικής Προϊστορίας που ονομάζεται Κατώτερη Παλαιολιθική, πιστοποιείται τώρα και από την εύρεση επιφανειακών ευρημάτων.

Τα ευρήματα της Ροδιάς στη Θεσσαλία προστίθενται σε εκείνα της Νότιας Πελοποννήσου και πρόσφατα ευρήματα από το Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης αποδεικνύουν ότι η παρουσία του ανθρώπου, την περίοδο αυτή, ήταν συχνότερη απ’ όσο υποθέτουμε. Τα εξαιρετικά ελλειπτικά δεδομένα δεν μπορούν προς το παρόν, παρά να υπογραμμίσουν τα κενά της γνώσεώς μας και την αδυναμία μας να συζητήσουμε περισσότερο σύνθετα ερωτήματα που απασχολούν τους ειδικούς των πρώιμων περιόδων, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της Αφρικανικής προελεύσεως των Νεαντερταλίων και της εισόδου στην Ελληνική Χερσόνησο του ανθρώπου.

Ανάλογη ένδειξη αποτελεί ο γνωστός χειροπέλεκυς από το Παλαιόκαστρο Κοζάνης, έργο ανθρώπου ανάλογου με εκείνον των Πετραλώνων. Οι θέσεις των ευρημάτων αυτών, σε στρατηγικά περάσματα μεταξύ διακριτών γεωγραφικών ενοτήτων, πιστοποιούν την κινητικότητα των ομάδων της εποχής σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα. Αναμφίβολα, η αρχαιολογική τεκμηρίωση της ανθρώπινης παρουσίας θα απαιτήσει συστηματική και επίπονη έρευνα, η οποία στην Ελλάδα -και ιδιαίτερα στη Μακεδονία- έχει μόλις ξεκινήσει, με μικρές και περιορισμένες δυνάμεις.

Υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην πρώιμη Προϊστορία της Μακεδονίας, το οποίο αναφέρεται στο τέλος του Πλειστοκαίνου και στην αρχή του Ολοκαίνου. Πριν και μετά το παγετώνιο μέγιστο της 18ης χιλιετίας, δεν έχουμε συγκεκριμένες ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή και το κενό δεν καλύπτεται ούτε από τις περιοχές της Μακεδονίας, που σήμερα βρίσκονται βόρεια από τα Ελληνικά σύνορα. Εξαίρεση αποτελούν τα ορυχεία αιματίτη στα Λιμενάρια της Θάσου, η εκμετάλλευση των οποίων χρονολογείται στην Ανώτερη Παλαιολιθική.

Λογικό είναι να αποδώσουμε κατ’ αρχάς αυτό το κενό τόσο στην έλλειψη προσανατολισμένης ειδικής έρευνας όσο και στην περιορισμένη κατανόηση των Πλειστοκαινικών αποθέσεων και των πολύπλοκων γεωλογικών χαρακτηριστικών τους, όπως επίσης και στη δυσκολία του εντοπισμού και της ερμηνείας των αρχαιολογικών καταλοίπων, που δεν είναι εύκολα ορατά και αναγνωρίσιμα. Προς το παρόν όμως, τα πρώτα σαφή αρχαιολογικά ίχνη του Ολοκαίνου αναφέρονται στο τέλος της 7ης χιλιετίας π.Χ.

Αυτό σημαίνει ότι η κρίσιμη φάση της αρχής της μόνιμης εγκαταστάσεως και του αγροτικού βίου δεν αντιπροσωπεύεται στη Μακεδονία, τουλάχιστον όχι στον βαθμό και με τον τρόπο που αντιπροσωπεύεται στη Θεσσαλία. Η σχετική έρευνα έχει μόλις αρχίσει διστακτικά και είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν στο άμεσο μέλλον νεώτερα στοιχεία, που θα επιτρέψουν περισσότερο ολοκληρωμένες προσεγγίσεις. Με τα σημερινά δεδομένα, οι πρώτες Νεολιθικές εγκαταστάσεις δεν είναι αρχαιότερες από το τελευταίο τέταρτο της 7ης χιλιετίας, αρκετά δηλαδή νεώτερες από τις ανάλογες θεσσαλικές, που χρονολογούνται στο πρώτο τέταρτο της ιδίας χιλιετίας.

Η διαδικασία διαμορφώσεως των πρώτων τοπίων των Νεολιθικών γεωργο-κτηνοτρόφων μας διαφεύγει, αφού και οι συστηματικές ανασκαφές αυτής της φάσεως δεν είναι ακόμη αρκετές. Μας διαφεύγει συνολικά η διαδικασία αναδύσεως των πρώτων αυτών κοινοτήτων στην αρχή της Νεολιθικής στην Ελλάδα, για την εμφάνιση των οποίων έχουν προταθεί διάφορες εκδοχές στη σχετική βιβλιογραφία. Σε γενικές γραμμές, η συζήτηση περιστρέφεται είτε γύρω από την ιδέα της «Νεολιθοποιήσεως» είτε του «Νεολιθικού μετασχηματισμού».

Η πρώτη συνήθως δίνει έμφαση στην επιβολή ή την μεταφορά μιας κοινωνικο-οικονομικής δομής, συνήθως μέσω της μετακινήσεως των ανθρώπων και του αποικισμού, ήδη διαμορφωμένης στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ανατολία και εξηγεί έτσι την εμφάνιση των πρώτων Νεολιθικών οικισμών. Η δεύτερη, αντίθετα, χωρίς να αποκλείει τις μετακινήσεις, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διαδικασία, μέσα από την οποία μετασχηματίζεται το υποθετικό κοινωνικό και οικονομικό αρχέτυπο, καθώς προσαρμόζεται στις πολλαπλές και διαφορετικές αλληλεπιδράσεις του περιβάλλοντος (φυσικού και κοινωνικού), των τοπικών πληθυσμών και των μετακινουμένων ομάδων.

Φυσικά, ο απλοϊκός τρόπος, με τον οποίο τέθηκε το ζήτημα της αρχής της Νεολιθικής από την προηγούμενη γενεά αρχαιολόγων, δηλαδή είτε ως ένα θέμα επιτόπιας εξελίξεως είτε ως άμεσο αποτέλεσμα μεταναστεύσεως, δεν ισχύει πλέον. Και οι δύο σύγχρονες εκδοχές αντιλαμβάνονται ότι το πέρασμα στη Νεολιθική αντιπροσωπεύει μία βαθύτατη κοινωνική μεταβολή που πρέπει να γίνει κατανοητή με τους δικούς της όρους, μέσα σε ένα πλαίσιο που η έρευνα οφείλει να ανασυνθέσει, όσο αυτό είναι εφικτό.

Στην περίπτωση της Θεσσαλίας, κυριαρχεί η άποψη ότι οι πρώιμες εγκαταστάσεις οφείλονται σε μετακινούμενους πληθυσμούς από τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ανατολία. Οι τοπικοί προνεολιθικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας παραμένουν άγνωστοι στην έρευνα, επομένως ο προσδιορισμός της σχέσεώς τους με τους εξωγενείς είναι, προς το παρόν, απλά αδύνατος. Η άποψη της επιτόπιας εξελίξεως της Νεολιθικής, παρόλο που είχε προταθεί στη δεκαετία του 1980, έχει σήμερα πια εγκαταλειφθεί.

Ούτε όμως συζητείται η μετακίνηση των γεωργοκτηνοτροφικών πληθυσμών της Ανατολίας προς τη νοτιότερη Ελλάδα μέσω της Μακεδονίας, καθώς οι πρωιμότερες γνωστές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία είναι νεώτερες από εκείνες της Θεσσαλίας. Επιπλέον, θέσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής, που να χρονολογούνται δηλαδή στην 7η χιλιετία, δεν έχουν εντοπισθεί στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, πράγμα που δυσκολεύει την υποστήριξη μιας διαδρομής μέσω αυτής της περιοχής.

Η κλασσική άποψη για τη θέση που κατέχει η Μακεδονία στην εξάπλωση της Νεολιθικής στην Ευρώπη, ακολουθεί το μοντέλο του Gordon Childe, διατυπωμένο ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η Μακεδονία αποτελεί τον φυσικό δίαυλο για την διείσδυση της Νεολιθικής στην Ευρώπη, μέσω του Αξιού, του Μοράβα και του Δούναβη. Ακολουθώντας τη χρονολόγηση των αρχαιολογικών θέσεων – σταθμών της πορείας αυτής, η μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιήθηκε στους τελευταίους αιώνες της 7ης χιλιετίας.

Ωστόσο, αυτή η γραμμική πορεία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνον όταν περιορισθεί κανείς στις αδρές γραμμές των αρχαιολογικών δεδομένων όπως -από ανάγκη, λόγω ελλείψεως δεδομένων- έκαναν οι παλαιότεροι ερευνητές. Όταν εξετασθούν λεπτομερέστερα οι ειδικότερες εκφάνσεις αυτής της πολιτισμικής πορείας, αναδεικνύεται πλήθος διαφορών που καταστρέφουν την απλουστευτική εικόνα. Για παράδειγμα, οι πρώιμες θέσεις που έχουν εντοπισθεί στην περιοχή της Οχρίδος, μπορεί να μεταβάλλουν την κίνηση της Νεολιθικής, εάν αποδειχθεί ότι είναι πρωιμότερες από τις πρώιμες θέσεις της Ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας.

Πράγματι, ορισμένοι μελετητές, όπως η Perlès, θεωρούν ότι ο Νεολιθικός αποικισμός της Ελληνικής Μακεδονίας προέρχεται από τα Βαλκάνια και όχι το αντίστροφο. Η δε Νεολιθική των Βαλκανίων συνδέεται τώρα από κάποιους ερευνητές περισσότερο με την Βορειοδυτική Ανατολία, μέσω του Βοσπόρου και λιγότερο με την Θεσσαλική Νεολιθική, με την οποία οι αναλογίες φαίνονται όντως περισσότερο μακρινές.

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε ήδη στην εισαγωγή, η συζήτηση αυτή δέχεται ανεπιφύλακτα την βασική υπόθεση της πολιτισμικής αρχαιολογίας ότι η ομοιότητα του υλικού πολιτισμού μεταξύ περιοχών σημαίνει πολιτισμική συγγένεια και ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο, παρά μόνον με μετακίνηση πληθυσμού και απ’ ευθείας καταγωγή. Στην πραγματικότητα, οι ομοιότητες του υλικού πολιτισμού, οι οποίες στην αρχαιολογία καταλήγουν πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε στην κεραμική και σπανιότερα στην τυπολογία της αρχιτεκτονικής, είναι ένα εξαιρετικά ανασφαλές τεκμήριο, όπως