Ερευνά και καταγράφει:
Φυλλίτσα Αθηναϊς Αναπνιώτου
Ιστορικός – Ερευνήτρια, Συγγραφέας, Εικαστικός

Ως γνωστόν, ο άνθρωπος ούτε νοείται, ούτε υπάρχει εκτός κοινωνίας. Επομένως, η συνύπαρξη των ανθρώπων εξυπονοεί και σχέσεις μεταξύ τους, πράγμα το οποίον σημαίνει σχέση του «δούναι και λαβείν», ή δοσοληψίες.

Αλλά, ενώ και η κοινωνικότητα και οι σχέσεις είναι αναγκαστικές εκ φύσεως, εν τούτοις, κοινωνία δυνάμεθα να ονομάσουμε και μάλιστα με ιστορική παρουσία, εκείνην η οποία ρυθμίζει τις προαναφερθείσες σχέσεις των ανθρώπων επί τη βάσει του νόμου, ο οποίος είναι αντίγραφο του δικαίου.

Δηλαδή, το αίτιον συμπήξεως, διαφυλάξεως και προκοπής ενός κοινωνικού σώματος, είναι ο νόμος, από της πλέον πρωτογόνου μορφής του, έως την τελειοτέρα του. Διαφορετικά, η κοινότητα αυτή μεταβάλλεται σε αγέλη και διασπάται στα εξ ων συνετέθη.

Η αρχική και πρωτόγονος μορφή νόμου είναι εκείνη την οποία δυνάμεθα να εικάσουμε μόνον, γιατί δεν έχουμε πλήρεις ιστορικές μαρτυρίες. Ασφαλώς συνέπιπτε και ως γράμμα και ως πράγμα, ο νόμος με την αυθαίρετη βούληση του ηγεμόνος, ο οποίος και θα ήταν ο ικανότερος για να διαφυλάξει και να διασώσει την κοινότητά του.  Αλλά, βεβαίως, ο προσωποπαγής νόμος απέχει πολύ από το πρότυπο του δικαίου.

Διότι οι υπήκοοι αυτού του νόμου δεν διαφέρουν και πολύ από τα ζώα, τα οποία υπακούουν στο γεροντότερο ή ικανότερο, κατά τον αγελαίο βίο τους. Σ’ αυτή την περίπτωση, βραχύτατη είναι η προσφορά του νόμου, αλλά μακρότατη η ράβδος της ποινής και της τρομοκρατίας.


Μία άλλη κατάσταση, πλέον εξελιγμένη, παρουσιάστηκε στην ιστορία με την ιδέα της δημοκρατίας, όπου έχουμε την ευκαιρία να μελετήσουμε, ακόμα καλύτερα, τον ρυθμιστικό ρόλο του νόμου, αλλά συγχρόνως και τον παιδαγωγικό. Γιατί, αν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εξισορροπούν, τότε παν μέρος της κοινωνίας, ορθώς διαπαιδαγωγούμενο, μεταβάλλεται σε ελεύθερο πολίτη, ο οποίος γνωρίζει να δίδει την εσωτερική μάχη, γνωρίζει να εξέρχεται νικητής του ηθικού αγωνίσματος, γιατί η ελεύθερη προσφορά του προς το σύνολο, κατατιθέμενη στο κοινό Ταμείο της Πολιτείας, επιστρέφει σε όλους μαζί, αλλά και σε έναν έκαστο χωριστά, ως ειδική αμοιβή των μόχθων του και ως ηθική αμοιβή, επίσης.

Βλέπουμε, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ότι, δυνάμεθα να συμπληρώσουμε τον ορισμό του νόμου λέγοντας ότι, πλην του ρυθμιστή, είναι και παιδαγωγός των πολιτών, ώστε το πείθεσθαι σε αυτόν να μην είναι προϊόν εξαναγκασμού, αλλά ελευθέρας καταστάσεως του νόμου.

Αλλά, για να φτάσει στο σημείο αυτό, εδέησε να ομοιάσει περισσότερο προς το ιδανικό πρότυπο του δικαίου. Εδέησε οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα να καθοριστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια, καθοριζομένης και της γραμμής ελευθερίας εκάστου: αρχίζει από την εσωτερική απελευθέρωση και φθάνει έως εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.

Ο συνειδητός πολίτης, ο εκπαιδευθείς στο άρχειν και άρχεσθαι, είναι ένας πολίτης, ο οποίος μπορεί να εμψυχώσει και να ενσαρκώσει την δύναμη των πάντων.

Δεν είναι, δηλαδή, απορίας άξιον γιατί πολλάκις παρατηρούμε, στην ιστορία, περίεργα και ανεξήγητα φαινόμενα μιας ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι κατατροπώνουν εκατονταπλάσιους. Λειτουργεί ο νόμος εντός αυτών, τους πείθει ότι έχουν το δίκαιον με το μέρος τους και ο αγωνιζόμενος για δίκαιη υπόθεση, δεν γνωρίζει την υποχώρηση: ή νικά ή πίπτει επί των επάλξεων, όπερ επίσης είναι νίκη.

Λένε οι αρχαίοι μας πρόγονοι «ουκ αθυμείν δει τους υπέρ του δικαίου κινδυνεύειν μέλλοντας» και είναι εύκολο, πιστεύω, να αντιληφθούμε ότι το δίκαιον δεν είναι απλή υπόθεσις, ούτε δε, επειδή πολλές φορές κυκλοφορεί στο στόμα των ανθρώπων, είναι δυνατόν να φθαρεί και ως έννοια και ως πράγμα.  Και ο λόγος είναι απλούστατος: το δίκαιον και το αντίγραφο αυτού, το οποίον αποτελεί ο νόμος, είναι η βάση συμπήξεως πάσης κοινωνίας, διαφύλαξης και προκοπής της.

Παρ’ όλη, όμως, την σημασία του, δεν είναι έμφυτο και χρειάζεται κάποια αγωγή για να βιώσει κανείς αυτήν.

«Καλύτερα να με αδικούν, παρά να αδικώ» μας λέγει με το παράδειγμά του ο Σωκράτης, εξυψώνοντας έτσι, αυτούς που έχουν συνείδηση του δικαίου, ακόμη και ως αδικούμενοι! 

Αποτέλεσμα εικόνας

 Socrates bust carved by by Victor Wager from a model by Paul Montford,
University of Western Australia, Crawley, Western Australia
Photograph by Greg O'Beirne

Ο Σωκράτης (470 -399 π.Χ.) αρνείται να αντισταθμίσει μια αδικία με μια άλλη αδικία.

Δηλώνει με επιμονή ότι, αν υπάρχει ένα πράγμα που γνωρίζει με βεβαιότητα, είναι μόνο αυτό: 

«Δεν πρέπει ποτέ να ανταποδίδουμε μια αδικία, ούτε να βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, οτιδήποτε κι αν έχουμε υποστεί από αυτόν» (Κρίτων 49c - d).

 

Και θα εφαρμόσει αυτόν τον κανόνα έμπρακτα με τη θυσία της ζωής του, αφού θεωρεί ότι η απόδρασή του θα ισοδυναμούσε με ανταπόδοση της αδικίας που του έγινε από την πόλη και τους νόμους των Αθηνών. Το να αδικεί όμως κανείς είναι χειρότερο από το να αδικείται, αφού στην ουσία προξενεί κακό στη δική του ψυχή 

Εάν, όμως, ευτυχήσει ο άνθρωπος να διαισθανθεί την σημασία του δικαίου, αυτομάτως αισθάνεται και μιαν ευθύνη απέναντι αυτού και η ευθύνη αυτή, του αναθέτει σπουδαίο ρόλο στη ζωή, δηλαδή του μαχητή υπέρ της βασιλείας του δικαίου.

Όμως, δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί ποτέ και η αδικία από τον κόσμο. Ούτε, βεβαίως, μπορούμε να πούμε ότι γεννιέται άδικος ο άνθρωπος, αλλ’ όμως, τα δυστυχή πλάσματα, τα οποία δεν συναισθάνονται τον ρόλο του δικαίου, δεν δύνανται να μακαρισθούν ως πλάσματα ευτυχή, ο ρόλος τους είναι αρνητικός, εάν μάλιστα, έστω και κατά το μέσον της οδού, δεν ανανήψουν και δεν οραματισθούν το ιδανικό πρότυπο, το οποίο πληροί την ψυχή του ανθρώπου με ηθική ικανοποίηση εκτελούμενο. 

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, ο δίκαιος, εφ’ όσον ούτε γεννιέται δίκαιος, ούτε η συστηματική εκπαίδευση τον καθιστά δίκαιον, είναι ο μαχητής κατά της αδικίας και ο καταξιώνων, κάθε στιγμή της ζωής του, με τοιούτους ευγενείς αγώνες.  Τους ονομάζω «ευγενείς», γιατί είναι οι τραχύτεροι και αυτοί που απαιτούν, πολλές φορές, την αυτοθυσία και το ολοκαύτωμα.

Η αδικία, είτε ως οργανωμένο συμφέρον, είτε ως δόλος και απάτη, αισχροκέρδεια, είτε ως βία και δεσποτεία τυραννική, αμύνεται για την ύπαρξή της και γνωρίζει ότι ο χειρότερος εχθρός γι’ αυτήν, είναι αφ’ ενός το αποκαλυπτικό φως της δικαιοσύνης και αφ’ ετέρου η ρομφαία των μαχητών της.  Συνεπώς, οι ονομασθέντες προηγουμένως «ευγενείς αγώνες», σημαδεύουν την πορεία των ηρωικών υπερασπιστών του δικαίου με τις σταγόνες του αίματός τους.

Είναι πολύ φυσικό και ανθρώπινο να δειλιάζει κάποιος προ του εσχάτου κινδύνου, εν τούτοις και τις στιγμές αυτές της αδυναμίας, τις πολύ φυσικές, είναι δυνατόν να τις κατανικήσει ο άνθρωπος, εάν σκεφθεί και όπως σκέφτονται άλλωστε οι πραγματικοί μαχητές, ότι η θυσία τους είναι υπέρ πάντων. Δεν αγωνίζονται, την στιγμή εκείνη, για μερικούς φίλους ή συγγενείς τους, ούτε καν για τους συμπατριώτες τουςˑ η θυσία τους έχει οικουμενική σημασία και συγχρόνως αιωνιότητα, γιατί αφορά όλους τους ανθρώπους, όλων των γενεών.

Το δίκαιον δεν είναι συρμός, δεν μεταβάλλεται με την ροή του χρόνου.  Οι νόμοι, ως αντίγραφά του, ενίοτε προσαρμόζονται προς τις καιρικές μεταβολές και τις επί μέρους ανάγκες.

Το δίκαιον αποτελεί την απόλυτη ανάγκη της ελευθερίας.  Για τον λόγον αυτόν, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως ευνομούμενη πολιτεία, εκείνη η οποία με τους εγχρόνους και εγκοσμίους νόμους της κατευθύνει τα πνεύματα των ανθρώπων προς το ιδανικό δίκαιο.  Και τέτοιοι νόμοι είναι, όχι αυτοί που απαγορεύουν τις αδικίες, αλλά αυτοί που εμπνέουν την αγάπη προς το δίκαιον.

Δεν τρέφουμε αυταπάτες, ούτε νομίζουμε ότι είναι δυνατόν να υπάρξει κοινωνία αγγέλων.  Αλλά και η κοινωνία των ανθρώπων, διαπαιδαγωγούμενη από τέτοιους νόμους και αρχές, είναι δυνατόν να περιστείλει στο ελάχιστο, το κράτος της αδικίας και να απελευθερώσει τον ζήλο της δικαιοσύνης.

Τέτοιοι πολίτες, με άρχοντα κυρίως τον νόμο, ουδέποτε πτοούνται, ούτε από εσωτερικούς, ούτε από εξωτερικούς εχθρούς της δικαιοσύνης, το δε παράδειγμά τους φρονηματίζει πλέον, όχι μόνο τους συμπατριώτες τους.  Οι Θερμοπύλες, λόγου χάριν, είναι οικουμενικό καύχημα κι όχι μόνον ελληνικόˑ δύναται να είναι υπερήφανος για αυτό, παντός χρώματος και πάσης φυλής άνθρωπος, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι εγγεγραμμένο στο ενεργητικό του ανθρώπου.

Το δίκαιον ήθος δεν είναι δωρεά, ούτε εύνοια της τύχης. Πρόκειται για κατάσταση και μάλιστα κατόπιν σκληρού ηθικού αγώνα.

Διμέτωπος είναι ο αγώνας τούτος, γιατί αφ’ ενός μεν πρέπει ν’ αγωνιστεί κανείς κατά του ιδίου του εαυτού και να καταγάγει την περιφανή εκείνη νίκη, η οποία ονομάζεται αυτογνωσία και αρετή, αφ’ ετέρου δε, να ακτινοβολήσει ως δημιουργικό στοιχείο εντός του κοινωνικού πλαισίου.  Συνήθως, οι περισσότεροι χάνουν τον αγώνα εξ ιδίων αδυναμιών, αλλ’ ενίοτε και το περιβάλλον είναι τόσον υπερκορεσμένο από αναθυμιάσεις διαφθοράς, ώστε να μη δύναται το ήθος να αναπτυχθεί.

Όσοι, όμως, δοκιμάσουν την λεγόμενη ηθική ικανοποίηση από τις κατακτήσεις τους αυτές, μεταβάλλονται αυτομάτως σε ρωμαλέους μαχητές και στρατιώτες στην υπηρεσία του δικαίου.

Επόμενον είναι, όμως, πάσα εμφάνιση δικαίου ήθους να σημαίνει πλήγματα κατά της φαυλότητας, της πονηρίας και της αδικίας.  Δια τούτο και η αντίπαλη αυτή παράταξη, η οποία αγαπά το σκότος, προσπαθεί να αμυνθεί, για να περισώσει τα οργανωμένα συμφέροντά της και εν τέλει, για να μην εξοντωθεί.

Τα όπλα της φαυλότητας είναι, κυρίως, η βία και κάθε κακή χρήση δυνάμεως.  Αλλά δεν δύναται να τα χρησιμοποιήσει απροκάλυπτα, χωρίς δηλαδή να αναδυθεί από το προστατευτικό σκότος. Και δεν είναι πάντοτε οι καιροί πρόσφοροι για να αποκαλύψει το ειδεχθές πρόσωπό της, η φαυλότητα.  Δια τούτο και επιστρατεύει το δολιότερο όπλο, τον φαύλο λόγο, ο οποίος μπορεί υπό την μορφή της ανθοδέσμης να κρύβει εγχειρίδιο και υπό την γεύση γλυκίσματος, δηλητήριο.

Αυτοί είναι οι δύο αντίπαλοι. Το ένα μέτωπο, η συνείδηση του δικαίου ανθρώπου και το άλλο, το κοινωνικό πεδίο.

Συνήθως, προ της ανοικτής επιθέσεως, ο φαύλος λόγος προσπαθεί δια ψυχρού πολέμου να κλονίσει τα θεμέλια του δικαίου ήθους.  Ο δελεασμός, η κολακεία, ο εκφοβισμός και η απειλή, είναι τοιούτου είδους φαύλοι λόγοι, οι οποίοι όμως, προσκρούουν στο αδιαπέραστο τείχος της ηθικής ακεραιότητας και ακαμψίας.  Μόνον αδύνατοι χαρακτήρες υποκύπτουν σε τέτοιες επιθέσεις.

Σε μια τέτοια σύγκρουση στο εξωτερικό μέτωπο, διαιτητής είναι η κοινή γνώμη.  Και είναι αυτονόητον ότι, εάν έχουμε καλλιεργημένη κοινή γνώμη και ευνομούμενη Πολιτεία, ο φαύλος λόγος είναι και άτολμος και διστακτικός.  Γιατί μπορεί να επιστρέψει ως «μπούμερανγκ» σε αυτόν που τον εκτόξευσε.

Αλλά, δυστυχώς, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να έχουμε ευτυχείς εποχές για τις κοινωνίες.  Εάν, μάλιστα, προστεθεί σ’ αυτό, ότι το έξοχο δίκαιον ήθος δημιουργεί και αντιζηλίες και φθόνο και ανταγωνισμούς, κατανοούμε ότι ο φαύλος λόγος, ενίοτε, βρίσκει έφορο έδαφος για την κακή σπορά του.  Εάν δε, η πλειοψηφία της κοινής γνώμης, παρ’ όλου που θα έχει ευεργετηθεί από το δίκαιον ήθος, παρασυρθεί προς το αντίθετο στρατόπεδο, τότε πλέον, η φαυλότητα και η αδικία αφήνουν τα όπλα του λόγου και λαμβάνουν, απροκάλυπτα, τα όπλα της βίας και της εγκληματικότητας.

Εάν, επίσης, αναλογισθούμε τα σημερινά μέσα διάδοσης του λόγου και την δύναμη την οποία εξασφαλίζουν, σ’ αυτόν που εκλέγει αυτά, τότε πρέπει να παραδεχθούμε ότι, ο δίκαιος άνθρωπος είναι δυνατόν, εν ριπή οφθαλμού, όχι μόνο να θιγεί και να σπιλωθεί, αλλά να κονιορτοποιηθεί!

Ο δίκαιος άνθρωπος, ναι!  Το ήθος του όμως, ουδέποτε!

Γιατί η αδικία, μόλις ελευθερωθεί από τον διώκτη της, σπεύδει μανιωδώς να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και φυσικά, η παρασυρθείσα πλειοψηφία σε καταδικαστική ψήφο του δικαίου, πληρώνει πρώτη το σφάλμα της, την μωρία της, την αφέλεια και την ζηλοτυπία της.  Γι’ αυτό, άλλωστε στρέφεται, συνήθως, μανιωδώς κατά των εξαπατησάντων αυτής και δεόντως επωφεληθέντων.

Αυτοί που πότισαν κώνειο τον Σωκράτη, πολύ σύντομα πλήρωσαν το κακούργημά τους.

Αλλά και εάν ακόμη, επί σειρά αιώνων, επικρατήσει η ισχύς της αδικίας και της πονηριάς και εάν ακόμη, ο διασυρμός και η καταδίκη του δικαίου ήθους είναι μακροχρόνια, λόγω της επικρατήσεως αυτής, ουδείς δύναται να ισχυριστεί ότι, ο αδαμάντινος χαρακτήρας, άπαξ κι έλαμψε, δύναται να κηλιδωθεί. Η ζημία βαρύνει εκείνους, που επί αιώνες, κατατυραννούνται γιατί δεν ανακάλυψαν το άσπιλο του δικαίου ήθους, η αμοιβή του οποίου, προεισπράχθηκε ως αιωνιότητα και ενώπιον της αιωνιότητας, οι αιώνες οι μετρούμενοι με γενεές ανθρώπων ή ζώων, είναι απλές στιγμές.

Καμία ισχύς δεν υπάρχει στον κόσμο και κανένα όπλο ικανό, πολύ λιγότερο ο φαύλος λόγος, ώστε να θίξει την υπεροχή του δικαίου και την αμοιβή του.

Για τον λόγον αυτό και η αγωγή των νέων ανθρώπων για να είναι καλή, θα πρέπει να έχει ως στόχο αυτή την κατάκτηση, ασχέτως αν η αμοιβή είναι ακόμη μία μικρή πρόγευση. Είναι, όμως, αρκετή για να πείσει έναν άνθρωπο να αφιερώσει την ζωή του στην υπηρεσία του δικαίου.

Για τούτο και μεθοδεύουν πλέον, με τέτοιο τρόπο τα πράγματα, ώστε να μην υπάρχει σωστή αγωγή, ιδιαιτέρως των νέων ανθρώπων.

Είναι πολύ σημαντική η σημασία, αλλά και μεγάλη η ευκαιρία της εξέλιξης της ψυχής μας, εάν κατορθώσουμε τα «θέλω» μας να τα κάνουμε πράξεις επ’ αγαθώ. 

Γιατί στην πορεία αυτή, από τα «θέλω» μας προς το «πράττω» μας, αποκτούμε την δυνατότητα, αλλά και το δικαίωμα, τον φυσικό νόμο να τον μετατρέψουμε σε Θείο νόμο, την ανάγκη σε ελευθερία και την τύχη σε σκοπό, σε ύψιστο σκοπό μάλιστα. 

Ας θυμόμαστε, εξ άλλου πάντα, ότι το όραμά μας δημιουργεί την πραγματικότητά μας.

Επομένως, ας θεωρούμε ότι είναι μία εορτή της ψυχής μας και όχι αθυμία, ούτε στεναχώρια, η υποψηφιότητα στο αγώνισμα υπέρ του δικαίου, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι : «ουκ αθυμείν δει τους υπέρ του δικαίου κινδυνεύειν μέλλοντας».