Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΙΝΔΑΡΟΣ


 
Ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδος. Γεννήθηκε στο 522 π.Χ. στις Κυνός Κεφαλές των Θηβών και ήταν υιός του Δαϊφάντου και της Κλεοδίκης. Είχε σαν δασκάλους, στη μουσική τους Αθηναίους Αγαθοκλέα και Απολλόδωρο, στη δε ποιητική τέχνη την Μύρτιδα. Την ποιήτρια Κόριννα την είχε μάλλον σαν ανταγωνίστρια, λέγεται δε πως σ’ ένα διαγωνισμό τον νίκησε. Εικοσαετής έκανε την εμφάνισή του σαν ποιητής στο κοινό.

Τα μεγάλα κατορθώματα των Ελλήνων κατά των Περσών περιέργως δεν τον συγκίνησαν πνευματικά, όπως τον Αισχύλο και τον Σιμωνίδη. Αργότερα όμως εξύμνησε τις λαμπρές υπηρεσίες των Αθηναίων σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, οι δε Αθηναίοι τον τίμησαν και του δώρισαν το ποσόν των μυρίων δραχμών. Ταχέως η φήμη του ποιητή διαδόθηκε, για να λάβει το χαρακτηρισμό του εθνικού ποιητή, όπως ο Σιμωνίδης. Σ’ αυτό συντέλεσαν οι μεγάλοι πανελλήνιοι αγώνες, στους οποίους συνήθιζε να παρευρίσκεται, και χάρις στους οποίους συνήψε σχέσεις με τους ευγενείς οίκους όλων των πόλεων. Πολλές φορές μάλιστα συνόδευσε και τους νικητές αθλητές στην πατρίδα τους, για να διευθύνει εκεί ο ίδιος τη νικητήρια πομπή της υποδοχής.

Η πατρίδα του Πινδάρου Βοιωτία εθεωρείτο παροιμιώδες σύμβολο του στενού τοπικισμού, της επαρχιώτικης νοοτροπίας και των καθυστερημένων ιδεών. Τίποτα από τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής δεν επηρέασε τους Θηβαίους, που ήταν εχθροί σε κάθε νέο πνεύμα κι εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως η καταγωγή τους ανάγεται εις τους θεούς και πως ο λαός ήταν κάτι άξιο περιφρονήσεως. Μεγαλωμένοι με τέτοιες παραδόσεις, οι μεγαλοκτηματίες επιδίδονταν σε θεάματα, αγωνίσματα, διασκεδάσεις και τελετές. Αρετή γι’ αυτούς ήταν η σωματική δύναμη, η ομορφιά, ο πλούτος. Αυτά όλα διέγραψαν ασφαλώς και τον χαρακτήρα του ποιητή. Γι’ αυτό και προπάντων οι λαμπρές εκδηλώσεις βρήκαν στον Πίνδαρο τον πιο κατάλληλο υμνωδό.

Επισκέφθηκε τη Σικελία, φιλοξενήθηκε στην Αυλή του Ιέρωνα, και έψαλε τη μεγαλοπρεπή έκρηξη της Αίτνας του 472. Είχε πάντα στενές σχέσεις με τα Ιερατεία και ιδιαίτερα με τους ιερείς των Δελφών, τη σοφία των οποίων εξυμνούσε στα άσματά του. Ο Πίνδαρος πέθανε σε βαθύ γήρας, πιθανώς στα 448, στο Άργος και, ως λέγεται, μέσα στο θέατρο και στην αγκαλιά του αγαπημένου του Θεοξένου. Στη Θήβα, όπου μετακομίσθηκαν τα οστά του, οι κάτοικοι, μέχρι την εποχή του Παυσανία, έδειχναν περήφανοι τον τάφο του ποιητή τους, καθώς και τα ερείπια της οικίας του, την οποία και μόνο εξαίρεσε ο Αλέξανδρος από τη γενική καταστροφή της πόλεως.

Η μούσα του Πινδάρου εξύμνησε θεούς, ήρωες και αθλητές, με επινίκια, εγκώμια και θρήνους. Οι αρχαίοι γραμματικοί συγκέντρωσαν και κατέταξαν την ποίησή του σε 17 βιβλία. Εν τούτοις, από αυτά σώθηκαν μόνο τα επινίκια, μερικά αποσπάσματα ενός διθυράμβου για την έκλειψη του ηλίου στα 463 και δύο χαριτωμένα τραγούδια για τις ιερόδουλες της Κορίνθου και τον ωραίο Θεόξενο.


Κατερινα Βλαχου