Της Κωνσταντίνας Γογγάκη* 




Ο Κυνικός φιλόσοφος Διογένης (Δ΄ π.Χ. αι.) προσδίδει ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο στην αξία της «σωφροσύνης». Αυτοί που, κατά τη γνώμη του, σωφρονίζουν τους ανθρώπους, δεν είναι οι αθλητικοί αγώνες, αλλά οι πόνοι και οι κόποι, με τους οποίους χρειάζεται να συναγωνίζεται ο ευγενής άνθρωπος για να νικάει και για ν’ αποκτάει την αρετή (Δίωνος Χρυσοστόμου, Λόγος 8 και 9).

Κάποτε που βρέθηκε στα Ίσθμια και ρωτήθηκε αν είχε πάει για να δει τους αγώνες, είπε πως πήγε για να πάρει ο ίδιος μέρος. Ο άλλος γέλασε, ρωτώντας ποιοι ήταν οι ανταγωνιστές του. Ο φιλόσοφος τότε απάντησε πως «αντίπαλοί του ήταν οι πιο σκληροί και πιο αήττητοι, που κανείς άλλος Έλληνας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Όχι εκείνοι που τρέχουν, παλεύουν, πυγμαχούν ή ρίχνουν το ακόντιο, αλλά εκείνοι που σωφρονίζουν.

Οι δυστυχίες και οι κόποι, δηλαδή, που είναι δυνατοί και ανίκητοι από ανθρώπους χορτάτους και αλαζόνες που όλη μέρα τρώνε και τη νύχτα ροχαλίζουν αλλά που μπορούν να νικηθούν από ανθρώπους λεπτούς και άσαρκους. Ο ευγενής άνθρωπος ως μεγαλύτερους ανταγωνιστές του θεωρεί τις δυσκολίες και τους πόνους της ζωής, και παλεύει μ’ αυτούς μέρα νύχτα, κι όχι, όπως οι κατσίκες, για λίγο σέλινο, ελιά ή πεύκο (: από τα οποία κατασκεύαζαν τα στεφάνια των αθλητών), αλλά παλεύει για την ευτυχία και την αρετή σε όλη του τη ζωή». Ο ίδιος έσπευσε, μάλιστα, να φορέσει στο κεφάλι του στεφάνι από πευκοκλώναρο, λέγοντας πως νίκησε στη μάχη εναντίον της βαρβαρότητας και των κερδοσκοπικών προσδοκιών.

Ο Διογένης, τηρώντας μια περιφρονητική στάση κατά των αθλητών αλλά και απέναντι στον κόσμο γενικά, την οποία εκφράζει με πολιτικό σαρκασμό και πικρή σάτυρα, υποστηρίζει την εγκράτεια. Δεν είναι τυχαίο ότι Πατέρες της Εκκλησίας κατά την πρώτη φάση του Χριστιανισμού ενστερνίζονται ορισμένες από τις παραπάνω απόψεις του. Ο «μαινόμενος Σωκράτης» θίγει κοινωνικά και ηθικά προβλήματα μ’ έναν τρόπο επαναστατικό και ανατρεπτικό για τις συνθήκες που επικρατούν στον καιρό του.

Επιχειρεί να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία η οποία έχει διαφθαρεί, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα καταστεί εφικτό μόνο αν ο άνθρωπος επιστρέψει στο κατά φύσιν ζειν. Πιστεύει, επομένως, πως η ανθρώπινη ευτυχία βρίσκεται στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί να την εξασφαλίσει. (Κ. Γογγάκη, Οι αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για τον αθλητισμό, Αθήνα: Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός, 2003).

Ο σύγχρονος αδηφάγος καπιταλισμός αποτελεί την απόλυτη αντιστροφή των αντιλήψεων του Διογένη. Μόνος του ο σημερινός άνθρωπος, απομακρυσμένος από την ίδια του τη φύση, έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Γίνεται, στο τέλος, ένα άπληστο και ανικανοποίητο πλάσμα, μια στάμνα χωρίς πάτο που ό,τι και να ρίξεις μέσα της δεν γεμίζει ποτέ, όπως θάλεγε ο Καζαντζάκης.

Η δημιουργία, επομένως, ισχυρών πόλων αντίδρασης και η καλλιέργεια κριτικού πνεύματος είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη μιας ενεργούς συνείδησης. Νικητής είναι ο αθλητής της ζωής, εκείνος δηλαδή ο οποίος δίνει τον αγώνα του για το «αγαθό», και στέκεται όρθιος, συμβάλλοντας στην ξεθεμελίωση των μορφών αδικίας και αναξιοκρατίας. Κάθε αλλοτριωμένος θεσμός της οργανωμένης κοινωνίας απανθρωποποιεί και εκφυλίζει τη σκέψη και τη συµπεριφορά του ανθρώπου, μετατρέποντάς τον σε χειραγωγούμενο άθυρμα της εκάστοτε εξουσίας. 

Αν υπόβαθρο της πολιτικής και κοινωνικής διεργασίας είναι το ατομικό συμφέρον, η ιδιοτέλεια, το κυνήγι του κέρδους, η υπονόμευση της αξίας του ανθρώπου, ο φιλοτομαρισμός και η φαυλότητα, τότε δεν επιτρέπεται κανείς να μένει απαθής, αλλά, αντιθέτως, να εκφράζει την εναντίωσή του και μάλιστα α ν ε ξ α ρ τ ή τ ω ς  τ ο υ  κ ό σ τ ο υ ς ! Όταν ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε στη μάχη τις Χαιρώνειας κι οδηγήθηκε μπροστά στον Φίλιππο και ρωτήθηκε ποιος είναι, απάντησε: «είμαι κατάσκοπος της απληστίας σου».

*Η Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διδάσκει Εισαγωγή στη Φιλοσοφία & Φιλοσοφία του Αθλητισμού.

Πηγή