Η παράταξη της φάλαγγας ήταν ένα τρομερό για την εποχή "όπλο" που εφαρμόστηκε από τους Ελληνες κατά την αρχαϊκή, κλασσική και ελληνιστική εποχή.Η φάλαγγα βασίστηκε στους (συνήθως ισότιμους) πολίτες της κάθε πόλης - κράτους. Αυτοί ήταν πεζοί (πολυάριθμο ιππικό μόνο η Θεσσαλία, η Μακεδονία και λιγότερο η Βοιωτία μπορούσαν να συντηρήσουν) βαριά θωρακισμένοι και οπλισμένοι. Εννοείται πως τα έξοδα της εξάρτησης δε μπορούσε να τα ανταπεξέλθει ένας πάμπτωχος ακτήμονας, έτσι οι οπλίτες ήταν ελεύθεροι γεωργοί και αστοί με κάποιο σταθερό εισόδημα. Πέρα όμως από την εξάρτηση, η οπλιτική φάλαγγα βασιζόταν στον άριστο συντονισμό των μελών της και την κίνηση σε σχηματισμό. Χάρη σ' αυτά και, παρά το βαρύ οπλισμό, μπορούσε να κρατά τη συνοχή της, να κινείται με κάποια ταχύτητα και να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς.Εξυπακούεται πως έπρεπε να υπάρχει εκγύμναση, άριστη φυσική κατάσταση και πειθαρχία στα παραγγέλματα. Χάρη σ' αυτά τα χαρακτηριστικά, η φάλαγγα που είχε την καλύτερη συνοχή και εκπαίδευση μπορούσε να διασπάσει και να τρέψει σε φυγή την αντίπαλη φάλαγγα, με σχετικά μικρές απώλειες και από τα δύο μέρη.
Βασικό χαρακτηριστικό της φάλαγγας είναι ότι η ασπίδα του κάθε οπλίτη προστάτευε την αριστερή του μόνο πλευρά, αφού με το δεξί έπρεπε να χειρίζεται το ακόντιο ή το σπαθί. Το ακάλυπτο δεξιό έπρεπε να προφυλάσσεται από την ασπίδα του διπλανού οπλίτη . Επομένως, καθένας δεν πολεμούσε μόνος του αλλά στηριζόταν στους διπλανούς του, οπότε η ομοψυχία και η αλληλοϋποστήριξη ήταν απαραίτητες.
Για να έχει αντοχή σε απόπειρες διάσπασης, η φάλαγγα έπρεπε να έχει "βάθος" μερικών τουλάχιστον ανδρών. Μικρότερο βάθος έδινε τη δυνατότητα μεγάλου πλάτους, άρα και κύκλωσης του αντιπάλου (ή έστω αποτροπής της κύκλωσης, αν ο εχθρός ήταν πολυαριθμότερος). Ομως δεν είχε αντοχή και δύναμη κρούσης.
Ο Μιλτιάδης, για να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα στη μάχη του Μαραθώνα, όπου οι Πέρσες ήταν περισσότεροι, εφάρμοσε τέχνασμα. Ενίσχυσε τα άκρα αδυνατίζοντας το κέντρο, και επιτέθηκε ταχύτατα πριν προλάβουν οι Πέρσες να διασπάσουν τελείως το αδυνατισμένο κέντρο των Ελλήνων.
Σε κάποιες μάχες, οι Βοιωτοί πειραματίστηκαν με πολύ μεγαλύτερα βάθη στο κέντρο ή στο ένα άκρο της φάλαγγας. Για να αποτρέψουν την κύκλωση (αφού τα άλλα δύο τμήματα αδυνάτιζαν επικίνδυνα και είχαν μικρό πλάτος), επιτίθονταν ταχύτατα με το ισχυροποιημένο τμήμα εναντίον της κρισιμότερης παράταξης του αντιπάλου (εκεί που βρισκόταν οι καλύτεροι στρατιώτες και ο αρχηγός τους). Αν κατόρθωναν να τη διασπάσουν, έπαιρναν συνήθως και τη νίκη γιατί οι υπόλοιποι στρατιώτες του αντιπάλου πανικοβάλλονταν και τρέπονταν κι αυτοί σε φυγή. Πολλές φορές η κίνηση αυτή γινόταν λοξά ώστε να αιφνιδιαστεί ο αντίπαλος και να χτυπηθεί εκείνο το τμήμα που δε βρισκόταν απέναντι και επομένως δεν περίμενε το χτύπημα.
Η μακεδονική φάλαγγα ήταν μια παραλλαγή όπου το δόρυ ("σάρισσα") είχε μήκος 6 μ. (!!). Οι οπλίτες ήταν ελαφρά θωρακισμένοι και κρεμούσαν την ασπίδα από το λαιμό, ώστε να μπορούν να κρατούν τη σάρισσα με τα δύο χέρια. Το δάσος των δοράτων ήταν αρκετό για να μη χρειάζεται ισχυρός αμυντικός οπλισμός, όμως η φάλαγγα αυτή μπορούσε εύκολα να κυκλωθεί. Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος είχαν την πρόνοια να χρησιμοποιήσουν το ιππικό ως βασική δύναμη κρούσης και κάλυψης της φάλαγγας. Αντίθετα, οι τελευταίοι Μακεδόνες βασιλιάδες παραμέλησαν το ιππικό. Αποτέλεσμα ήταν να ηττώνται κατά κράτος από τους Ρωμαίους, όταν αυτοί κατάλαβαν την αδυναμία της μακεδονικής φάλαγγας στις πλαγιοκοπήσεις.