Η πυραμίδα του Αμφίονος αποτελεί ίσως την πιο ανατρεπτική σύγχρονη αρχαιολογική ανακάλυψη!
Με την ανεύρεση της αποκαλύπτεται ένας κόσμος ξεχασμένος, ένας πολιτισμός που θέτει σε νέα βάση τη θεωρία των πυραμίδων, οδηγώντας έτσι τους Έλληνες στη διεκδίκηση άλλης μίας σημαντικής πρωτιάς.
Ο θαυμαστός κόσμος της ελληνικής Ιστορίας επιβεβαιώνει και πάλι το μεγαλείο του!

Η βιβλιογραφία σχετικά με τις πυραμίδες και τα πυραμιδοειδή κτίσματα στον ελληνικό χώρο διευρύνεται τα τελευταία χρόνια μαζί με τα μνημεία που αποκαλύπτονται ή ερευνώνται εκ νέου, ιστορικά, μορφολογικά και λειτουργικά.
Ειδικότερα τα πυραμιδοειδή μνημεία της Αργολίδας, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω, θεωρήθηκαν φρυκτωρίες (κτίρια στα οποία άναβαν φωτιά για να μεταδώσουν ένα μήνυμα μακριά) ή χώροι στρατωνισμού και, πάντως, ο χρονικός τους προσδιορισμός έγινε, κατ' αρχήν, με εξωγενή ιστορικά κριτήρια, δηλαδή την αυθαίρετη προϋπόθεση (προσέξτε ότι πυραμίδες και πυραμιδοειδή κτίσματα στον ελληνικό χώρο ήσαν αδιανόητα πριν από την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο, την «κοιτίδα» των πυραμιδικών κατασκευών!



Η ανακάλυψη του τάφου δύο ηρώων της Ελληνικής μυθολογίας

Τα μορφολογικά και χρονολογικά ζητήματα των πυραμίδων του ελλαδικού χώρου τέθηκαν σε νέα βάση με την έρευνα του μνημειακού χώρου του Αμφείου, στη Θήβα της Βοιωτίας.
Συγκεκριμένα, με την ανασκαφική έρευνα κατεδείχθη ότι ο λόφος στον οποίο, σύμφωνα με το θρύλο, είχαν ταφεί οι Θηβαίοι Διόσκουροι, ο Ζήθος και ο Αμφίων, είχε διαμορφωθεί σε βαθμιδωτό πυραμιδικό μνημείο!

Για την τοπογραφία και την ονοματοθεσία του λόφου αυτού υπήρχαν βάσιμες και ασφαλείς καταγραφές της αρχαίας Παράδοσης.
Οι τραγικοί ποιητές της Αθήνας του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., οι οποίοι άντλησαν θέματα της δραματουργίας τους από το λεγόμενο Θηβαϊκό Κύκλο, δηλαδή από τις τραγικές τύχες του Οίκου των Λαβδακιδών, τοπογράφησαν κατ' ανάγκην σημεία του φυσικού και μνημειακού περιβάλλοντος των Θηβών, στο πλαίσιο των οποίων εξελίχθηκε η δράση των ηρώων των τραγωδιών τους.

Πρώτος ο Αισχύλος, στο δραματικό του αριστούργημα Επτά επί Θήβας, μας άφησε μια λαμπρή περιγραφή και αναφορά στα φυσικά ορόσημα της θηβαϊκής Ακρόπολης -της Καδμείας- αλλά και στις πύλες του τείχους της.
Μπροστά από αυτά τα τείχη είχαν παραταχθεί οι επτά λοχαγοί της εκστρατείας των Πελοποννησίων εναντίον της Θήβας, προκειμένου να εγκαταστήσουν στον θρόνο των Λαβδακιδών τον εκδιωχθέντα Πολυνείκη.

Η τεράστια σημασία της ανακάλυψης της "Μεγάλης Ελληνικής πυραμίδας"

Η εποχή μας είναι αδιαμφισβήτητα η εποχή που οι Μεσανατολικοκεντρικές θεωρίες μεσουρανούν και επιβάλλουν τις επιδράσεις και τις παραμέτρους τους σε πάρα πολλούς τομείς και της φανερής και της αφανούς καθημερινότητας.

Όμως στην άσημη σημερινή Θήβα, ακριβώς στο σημείο που η αρχαία Παράδοση αλλά και όλες οι γραπτές μαρτυρίες τον τοποθετούσαν, έγινε πριν τριάντα περίπου χρόνια από τον αρχαιολόγο Θεόδωρο Σπυρόπουλο μια κοσμοϊστορικής σημασίας ανακάλυψη, που ωστόσο μένει άγνωστη και παραγκωνισμένη, αν και μπορεί να αλλάξει όλα τα μέχρι σήμερα ιστορικά -και όχι μόνο- δεδομένα: Βρέθηκε ο πανάρχαιος τάφος των Διόσκουρων, Ζήθου και Αμφίονος, που σύμφωνα με όλες τις πηγές είχαν ταφεί μαζί!

Γιατί όμως αυτή η ανακάλυψη είναι τόσο σημαντική;

Όχι μόνο επειδή ο επισκέπτης μπορεί σήμερα να αγγίξει πλέον το ίδιο το μνημείο όπου τάφηκαν δύο ήρωες της ελληνικής μυθολογίας!
Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι αυτοί οι ήρωες όντως έζησαν και μαζί τους διαδραματίστηκαν αληθινά γεγονότα, που κάποιοι μας έχουν συνηθίσει να θεωρούμε ως συμβάντα ενός ομιχλώδους χρόνου, μέσα στον οποίο τοποθετούμε πρόσωπα κατ καταστάσεις ουσιαστικά ανύπαρκτες ή το πολύ πολύ συμβολικές!

Πέρα όμως από αυτή τη συγκλονιστική επιβεβαίωση υπάρχει και κάτι άλλο, ακόμη πιο συνταρακτικό: Ο τύμβος μέσα στον οποίο βρέθηκε ο τάφος των ηρώων, αποτελεί το τελευταίο τμήμα -την κορυφή δηλαδή- μιας τεράστιας βαθμιδωτής πυραμίδας, η οποία είναι ολόκληρος ο σημερινός λόφος του Αμφείου! Και αυτός ο λόφος διατρέχεται από ατελείωτες -και ανεξερεύνητες- υπόγειες στοές ύψους πέντε μέτρων, σκαμμένες στον βράχο!

Ίσως, ωστόσο, το συνταρακτικότερο να είναι ότι η Μεγάλη αυτή Ελληνική Πυραμίδα, μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια γύρω στο 2700 π.Χ.! Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι είναι σαφώς αρχαιότερη από τη Μεγάλη Πυραμίδα του Χέοπα, αλλά και από την αρχαιότερη αιγυπτιακή πυραμίδα, αυτή του Ζόζερ!

Με λίγα λόγια, το πυραμιδικό σχήμα είναι ελληνικής επινόησης και από εδώ «εξήχθη» στην Αίγυπτο, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο! Βέβαια το θέμα έχει ακόμη μεγαλύτερες προεκτάσεις, αφού αυτό το ίδιο το πυραμιδικό σχήμα προϋποθέτει και σημαίνει προϋπάρχουσες θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές και άλλες παρεμφερείς δομές!

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσα πράγματα ανατρέπει η καταπληκτική ανακάλυψη του Θ. Σπυρόπουλου... Η ελληνική Μυθολογία καθίσταται πλέον, με τεκμήρια και ευρήματα, ελληνική Ιστορία και μάλιστα μιάμιση χιλιετηρίδα παλαιότερη από όσο θέλουν εναγωνίως κάποιοι να την παρουσιάζουν!
Χαμογελά κανείς τώρα, όταν σκέφτεται τον τρόπο που επίσημα χρονολογείται ένα άλλο πυραμιδικό ελληνικό κατασκεύασμα, η πασίγνωστη πυραμίδα του Ελληνικού:
Πρέπει, λέει, να κατασκευάστηκε μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού τότε μόνον οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με την Αίγυπτο για να αντιγράψουν το πυραμιδικό σχήμα! Και αυτό λέγεται επιστήμη...

Παράλληλα όμως, αντιλαμβανόμαστε και το γιατί η κοσμοϊστορικής σημασίας αρχαιολογική αποκάλυψη του Αμφείου παραμένει εντελώς αποσιωπημένη και αφημένη στην αδιαφορία και την άγνοια (την ίδια στιγμή που οι θεωρίες του Μ. Μπερνάλ λ.χ. υπερπροβάλλονται...), σε σημείο που σήμερα ο τόπος που μπορεί να φέρει πάνω-κάτω την παγκόσμια Ιστορία να είναι σχεδόν ένας σκουπιδότοπος...

Εδώ βέβαια δεν πρόκειται ν' αναπτύξουμε το ακανθώδες πρόβλημα της μνημειακής θηβαϊκής τοπογραφίας αναφορικά με την αρχαιότητα του τείχους της Καδμείας και τις επτά πύλες του, προς τις οποίες αντιστοιχήθηκαν οι επτά ηγήτορες της περιώνυμης εκστρατείας, η οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα πριν από τα Τρωικά.

Το αν ο Αισχύλος αναφέρεται στις αρχικές πύλες του κυκλώπειου τείχους της Ακρόπολης ή και σε πύλες του διευρυμένου τείχους της πόλεως των ιστορικών χρόνων, είναι ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τα πλαίσια του παρόντος θέματος. Εξάλλου, πρόκειται για ένα ζήτημα που αναπτύχθηκε εξαντλητικά σε μελέτες διαπρεπών ερευνητών της θηβαϊκής μνημειακής τοπογραφίας, όπως ο Fabricius, ο Willamowitz και ιδιαίτερα ο Αντώνιος Κεραμόπουλος.
Ο τελευταίος, στο μνημειώδες σύγγραμμα του Θηβαϊκά, στο Αρχαιολογικό Δελτίο 3 (1917), ανέπτυξε όλα τα σχετικά ζητήματα, χωρίς -φοβούμαι- να καταλήγει πάντα σε ασφαλείς ταυτίσεις.

Σε ό,τι αφορά όμως στην τοπογραφική θέση του Αμφείου, όλοι οι μελετητές και οι ερευνητές των Θηβών συμφωνούν πως πρόκειται για τον λόφο που βρίσκεται προς βορράν της Καδμείας, από την οποία τον χωρίζει ένας βαθύτερος αρχικά ρηχότερος σήμερα λόγω προσχώσεων- αυχένας, αφού στη θέση αυτή δεν υπάρχει άλλο φυσικό σημείο-ορόσημο, που να αντιστοιχεί προς τις αναφορές των Τραγικών.
Ειδικότερα ο Αισχύλος γράφει (Επτά επί Θήβας, 526):« Το ν δε πέμπτον αυ, λέγω / πέμπταισι προσταχθέντα βορραίαις πύλαις / τύμβον κατ' αυτόν διογενούς Αμφίονος».

Αι «Βορραιαί Πύλαι»του Αισχύλου δεν μπορούν να τοποθετηθούν αλλού, παρά μόνο στο βόρειο άκρο της ωοειδούς Καδμείας, η οποία μάλιστα στενεύει στο άκρο αυτό.
Ωστόσο, απέναντι από τις πύλες αυτές υπάρχει ένα φυσικό και μνημειακό ορόσημο: Ο λόφος και ο τύμβος του Διογένους Αμφίονος, ο οποίος φέρει το όνομα Αμφείον.
Παντού γύρω από το ορόσημο αυτό απλώνεται ο εύφορος κάμπος της Θήβας, το Αόνιον Πεδίον.

Ο Αισχύλος επιπλέον καταγράφει τον λόφο και το ταφικό μνημείο των Θηβαίων Διοσκούρων, ως μετέωρο - δηλαδή υψηλό ορόσημο- και στην τραγωδία Ικέτιδες, 662, όταν γράφει: «Αρμάτων δ' οχήματα (ορώ) / ένερθε σεμνών μνημάτων Αμφίονος» (βλ. και: «αμφίμνήμα το Ζήθου περά» / Ευριπίδου Φοίνισσαι, 145).
Με τον συγκεκριμένο στίχο δηλώνει τον λόφο και το, επί της κορυφής του μνήμα του Ζήθου, το οποίο παρέκαμψε ο Παρθενοπαίος για να προταχθεί προ των πυλών της Καδμείας, των λεγόμενων Βορραΐων ή Ωγύγιων Πυλών, οι οποίες στα έργα όλων των Τραγικών συνδέονται με το λόφο του Αμφείου.

Αυτόν λοιπόν τον φυσικό λόφο ερεύνησε στις αρχές του 20ού αι. ο Αντώνιος Κεραμόπουλος, βεβαιώνοντας έτσι την μαρτυρία του Παυσανία 9,17,4: «Ζήθω δε και Αμφίονι εν κοινώ Γης χώμα έστιν ου μέγα».
Με αυτόν τον τρόπο, ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ. αφ' ενός διέσωσε την παράδοση ότι οι Θηβαίοι Διόσκουροι ετάφησαν σε κοινό μνήμα, αφ' ετέρου περιέγραψε ως αυτόπτης τον Τύμβο του κοινού μνήματος ως «Γης χώμα ου μέγα».

Παρ' όλο όμως που ο Κεραμόπουλος επιβεβαίωσε με την έρευνα του το μικρό ύψος του Τύμβου στην κορυφή του λόφου (3 μέτρα περίπου σε σχέση με τον λόφο, που έχει ύψος περίπου 35 μέτρα), δεν κατάφερε να εντοπίσει τον κοινό τάφο των Διοσκούρων, τον οποίο αποκαλύψαμε εμείς με τη συστηματική μας έρευνα κατά την περίοδο 1970-1973!

Έτσι, η «μυθολογική» παράδοση ενός σημα ντικού και σεπτού μνημείου του προϊστορικού πολιτισμού της Ελλάδος, αποδείκτηκε πέρα για πέρα ακριβής!

Αλλά η έρευνα μας δεν σταμάτησε εδώ.
  

Ο Τύμβος που κάλυψε τον κοινό τάφο του Ζήθου και του Αμφίονος, αποδείκτηκε ότι δεν ήταν απλό χώμα, αλλά κατασκευή σχήματος κόλου ρου κώνου με πλίνθους, στο βόρειο τμήμα της οποίας είχε γίνει ο μεγάλος -ασφαλώς κοινός-κιβωτιόσχημος τάφος των δύο ηρώων. Μια μνημειώδης δηλαδή ταφική εγκατάσταση με πελώρια καλυπτήρια πλάκα και διπλή πόρτα στη βόρεια στενή πλευρά της!

Στον συλημένο τάφο βρέθηκαν διαταραγμένα σκελετικά λείψανα και τρία χρυσά κοσμήματα κρινοπαπύρων ύψους 0,033 μ. (33 χιλιοστών), με διπλή αντιθετική σπείρα στη βάση των ανθήρων και στέλεχος που κατέληγε σε θηλειά ανάρτησης. Ασφαλώς, υπήρχαν πολύ περισσότερα μέλη, ενός ή πιθανότατα δύο περιδεραίων, τα οποία αναδείκνυαν το βασιλικό και ιερατικό αξίωμα των δύο πριγκίπων.
(Κάτι ανάλογο αποτελούν και τα άνθη του κρίνου-παπύρου, τα οποία φέρει και ο πρίγκηψ της «αχαϊκής» Κνωσού στην περίφημη τοιχογραφία Ο πρίγκηπας με τα κρίνα, που αναδεικνύουν, κατά γενική παραδοχή, το ιερατικό του αξίωμα...)


Τα χρυσά κοσμήματα, τα ωραιότερα του ελληνικού χώρου και τα ευρήματα του τάφου (σαλτσιέρα, σκύφος) χρονολογούν την κατασκευή του τάφου και του Τύμβου που τον καλύπτει, κατά τους Πρωτοελλαδικούς II χρόνους, δηλαδή στην περίοδο 2700-2400 π.Χ.!

Παρά τις ενστάσεις και την προσπάθεια διαφόρων μελετητών να καταβιβαστεί η χρονολογία και των χρυσών κοσμημάτων και του Τύμβου στην επόμενη Μεσοελλαδική Περίοδο (2000-1700 π.Χ.), η δική μας χρονολόγηση γίνεται σήμερα γενικώς δεκτή και αποτελεί αφετηρία για τη χρονολόγηση και τη χωρική διακίνηση του σχήματος του τύμβου στον ελληνικό, αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο!

Εν συντομία, ο ηγεμονικός επιτάφιος Τύμβος του Αμφείου δεν αποτελεί δείγμα και εξέλιξη του γνωστού ταφικού Τύμβου τύπου Kurgan, που συναντάται στην Κεντρική Ευρώπη, την Ευρασιατική Ζώνη και τη Νότια Βαλκανική (Αλβανία).
Οι τύμβοι Kurgan είναι ταφικά μνημεία πολλαπλών ταφών (multiple burials) και τα κτερίσματα τους διαφέρουν από εκείνα του Αμφείου και των άλλων τύμβων του ελλαδικού χώρου, στους οποίους βρίσκονται ταφικοί πίθοι, χάλκινα αντικείμενα και κεραμική τυπικά ελλαδική-μεσογειακή και όχι «ευρωπαϊκή».
Αυτό αναιρεί την προσπάθεια να συνδεθούν οι ελλαδικοί τύμβοι με τους φορείς του τύμβου Kurgan και τους υποτιθέμενους Ινδοευρωπαίους που τότε, δήθεν, για πρώτη φορά (ΠΕII / ΠΕ III περίοδο, 2200-2000 π.Χ.) εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος...
Ωστόσο, ούτε η αρχαιολογική, ούτε η γλωσσολογική εικόνα του ελληνικού χώρου στηρίζουν τέτοιες θεωρίες, όπως θα δούμε και παρακάτω.


Ο Τύμβος είναι γηγενές επιτάφιο σχήμα και Σήμα, που εξελίσσεται από τους μικρούς τύμ βους των Νεολιθικών Χρόνων και λαμβάνει μνημειώδεις διαστάσεις και μνημειώδη μορφή από τη Μέση Εποχή του Χαλκού, ανάλογη προς ίο αξίωμα του ηγεμόνος-νεκρού.
Αυτός ο τελευταίος απαθανατίζεται στη μνήμη του έθνους και με το επιτάφιο τυμβοειδές έξαρμα, το οποίο ο Όμηρος χαρακτηρίζει ως «τηλαυγές Σήμα», συμβατά προς τη φύση του Τύμβου ως αναμνηστικού της αίγλης του νεκρού ηγεμόνα.




Ο θρυλικός τύμβος

Η έρευνα μας όμως δεν σταμάτησε εδώ.
Ο Τύμβος στην κορυφή του λόφου βρισκόταν στην απόληξη ενός τμήματος του λόφου, το οποίο είχε κολουροκωνικό σχήμα (κώνος με δύο επίπεδες επιφάνειες, πάνω και κάτω) και ύψος περίπου 4 μ.από τη μία επιφάνεια στην άλλη.


Στη βάση αυτού του τμήματος του λόφου διακρινόταν καθαρά μια περιμετρική ζώνη, ένας Περίδρομος, τον οποίο προσπάθησε να ερμηνεύσει ο Κεραμόπουλλος. Ασφαλώς, ο ίδιος -ορθώς βέβαια!- θεώρησε ότι ήταν τεχνητός και όχι φυσικός.

Υπέθεσε, λοιπόν, ότι ο Περίδρομος αυτός ήταν μία «πομπική οδός τελετουργιών». Τέτοιες τελετουργίες υπαινισσόταν ο χρησμός του Βάκίδος, ενός μάντη από την Αρκαδία των αρχαϊκών χρόνων.
Σύμφωνα με τον χρησμό αυτό, οι Θηβαίοι έπρεπε να φυλάνε το ταφικό μνημείο από τους κατοίκους της Τιθορέας, οι οποίοι, όταν ο Ήλιος βρισκόταν στον αστερισμό του Ταύρου (Μάιος), επιχειρούσαν να υποκλέψουν χώμα από το Αμφείον και να το μεταφέρουν στην πατρίδα τους.
Το χώμα αυτό το μετέφεραν στο μνήμα του φώκου, ο οποίος υπήρξε σύζυγος της Αντιόπης, μητέρας των Λιοσκούρων της Θήβας.

Ο Παυσανίας χρησιμοποίησε το ρήμα «υφαιρείσθαι» για να περιγράψει την ενέργεια των κατοίκων της Τιθορέας: «ΥφαιφεΙσθαι δ' εθέλουσιν απ' αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες».

Ο Κεραμόπουλος προβληματίστηκε για την τυχόν πραγματολογική σημασία του όρου και διερωτήθηκε αν αυτό αφορούσε σε εσωτερική διαμόρφωση του λόφου.
Παρ' όλα αυτά, έκανε το λάθος να χαρακτηρίσει ως βυζαντινά υδραγωγεία κάποιες από τις σήραγγες του λόφου, οι οποίες φάνηκαν όταν πέρασε από εκεί ο αμαξιτός δρόμος Αθηνών-Λαμίας...

" Τελικά, αποδείξαμε με την έρευνα μας ότι το «υφαιρείσθαι» του Παυσανία απέδιδε τη μία από τις δύο παραμέτρους της πυραμίδος του Αμφείου, δηλαδή τις εσωτερικές του σήραγγες!

" Η άλλη παράμετρος είναι η ίδια η βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου, με τέτοια λάξευση, ώστε να πάρει το τρίβαθμο σχήμα, στην κορυφή του οποίου χτίστηκε ο Τύμβος και ο κοινός τάφος Ζήθου και Αμφίονος, που έδωσε και το όνομα του στο λόφο, «Αμφείον» ή «Άμφιον». (βλ. Ξενοφώντος Ελληνικά, 5,48: «και αγαγόντες επί το Αμφείον θέσθαι εκέλευον τα όπλα», Αρριανού 1,8,6,7 και Πλουτάρχου Περί του Ιωκράτου δαιμονίου, 4: « Ο δε Αρχίας καλέσας τον Θεόκριτον και τω Λυσανορίδα προσαγαγών ιδία λαλεί πολύν χρόνον εκνεύσας της οδού μικρόν υπό το Αμφιον»).

Η ανακάλυψη του πυραμιδοειδούς σχήμα τος του λόφου ξεκίνησε από την διαπίστωση ότι μερικά μέτρα χαμηλότερα από τον Περίδρομο, στη βάση του άνω κώνου του λόφου, υπήρχε και δεύτερος παρόμοιος διάδρομος/περίδρομος, ο οποίος είχε κατακαλυφθεί από παχύτατες επιχώσεις, δένδρα και θάμνους, που τον κατέστησαν αφανή.
Η αποκάλυψη του περιδρόμου αυτού φανέρωσε και έναν ακόμη κόλουρο κώνο, ενώ, κατά την ανασκαφή μας, φάνηκε και η αρχή ενός τρίτου ακόμα.
Ο τελευταίος όμως, είναι ουσιαστικά καταχωμένος, εκτός από την ανατολική του πλευρά, όπου υπήρχε η κοίτη του Χρυσορρόα.
Ακόμη ανατολικότερα δε, υπήρχε η Αγορά της πόλεως των ιστορικών, όχι όμως των ρωμαϊκών, χρόνων, το τελείωμα της οποίας όριζε το αρχαίο θέατρο.


Οι κώνοι του λόφου μετρήθηκαν ως εξής (τεκμαρτό ύψος):

* ο Τύμβος 2,20 μ.

* ο πρώτος κώνος 4,40 μ.

* ο δεύτερος κώνος 8,80

* ο τρίτος κώνος 17,60 μ.

Διαδρομή μέσα στις καταπληκτικές σήραγγες του λόφου

Ο λόφος του Αμφείου έχει σύσταση ψαμμολιθική και λαξεύεται σχετικά εύκολα, η επιφάνεια του όμως υφίσταται αποσάθρωση από τις καιρικές συνθήκες.
Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για το εσωτερικό του, όπου οι σήραγγες διατηρήθηκαν άριστα σε βάθος πάνω από 20 μ.
Η κύρια πρόσβαση στο εσωτερικό του λόφου γίνεται από κατακόρυφο φρέαρ, διαμέτρου ενός μέτρου περίπου, το οποίο αποκαλύφθηκε στην περίμετρο του πλίνθινου τύμβου, βορείως του μεγάλου τάφου της κορυφής του λόφου.


Ένα δεύτερο φρέαρ στη δυτική πλαγιά, ελαφρώς λοξό, εξυπηρετούσε τον εξαερισμό και το φωτισμό του εσωτερικού χώρου, όπως συμβαίνει και στα υπόγεια αιγυπτιακά μνημεία.

Οι σήραγγες στο εσωτερικό του Αμφείου είναι έργο επιμελές και περίτεχνο. Από το κεντρικό φρέαρ οδηγούμαστε, ανατολικά μεν, σε μια τριφυλλόσχημη εγκοπή του βράχου, δυτικά δε, σε μια λαξευτή κλίμακα, που κατεβάζει το επίπεδο των σηράγγων.
Οι σήραγγες αυτές διατρέχουν όλο το εσωτερικό του λόφου σε ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία με ορθές γωνίες σχηματίζουν μία μαιανδροειδή σχάρα σε όλο το εσωτερικό του λόφου!
Το ύψος των σηράγγων είναι 5 μέτρα και το πλάτος 1,80 μ., ενώ η οροφή τους είναι καμαρωτή!

Σε ακανόνιστα διαστήματα, αμφίπλευρα, έχουν ανοιχτεί στο βράχο κόγχες ύψους 2,5 μ., καμαρωτές επάνω, το μεγαλύτερο ύψος των οποίων έχει κλειστεί από κομμάτια του βράχου.

Η διαδρομή μας στο εσωτερικό του λόφου ήταν μία συναρπαστική μεταφορά στον κόσμο του θρύλου.
Τα είκοσι μέτρα βάθος του κατακόρυφου φρέατος μας έφερναν καθημερινά με ένα πρόχειρο ανυψωτικό μηχανισμό στα έγκατα του Αμφείου και στις περίτεχνες σήραγγες του, τις οποίες δια τρέχαμε με επιφύλαξη και δέος, δεμένοι με σκοινιά για να μην χαθούμε στους ανεξερεύνητους δαιδάλους του!


Την επιστημονική αναζήτηση κέντριζε η ανθρώπινη περιέργεια, ο θαυμασμός για τις εκπληκτικές κατασκευές και η συγκίνηση μας, η οποία υπήρξε τόσο βαθιά, όσο και το βάθος των φρεάτων και των σηράγγων που μας έφερναν στον μυστηριώδη κόσμο των Νεκρών, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τις αιώνιες κατοικίες τους!

Αλλά δυστυχώς δεν μας άφησαν! Ούτε καν προλάβαμε να διατρέξουμε όλες τις υπόγειες σήραγγες, να τις σχεδιάσουμε και να τις φωτογραφίσουμε...

Ωστόσο, το βίωμα μας, αν και σύντομο, είναι πάντοτε συγκλονιστικό και μαγικό" το εσωτερικό του Αμφείου είναι το εκπληκτικότερο υπόγειο μνημείο της Ελλάδος που πρέπει να ερευνηθεί και να δοθεί στο κοινό!
Και αυτό είναι πολύ εύκολο από τις πλάγιες εξόδους των σηράγγων του, οι οποίες βρίσκονται δίπλα στους σημερινούς δρόμους!
Το θρυλικό και το μαγικό έχουν πάρει τη μνημειακή τους υπόσταση στο εσωτερικό του Αμφείου και η απο κάλυψη των υπόγειων τάφων του είναι η δικαίωση της Παράδοσης μας και των δικών μας -ατελέσφορων, δυστυχώς- προσπαθειών και ερευνών.


Οι άλλες πυραμίδες του Ελληνικού χώρου

Για τις υπόλοιπες πυραμίδες του ελλαδικού χώρου οι ενδείξεις είναι ατελέστατες.
Στο αξιόλογο βιβλίο του συγγραφέα και ερευνητή Χρήστου Λάζου, Πυραμίδες στην Ελλάδα, εκδόσεις Αίολος, καταγράφονται επτά πυραμίδες:


1. Η πυραμίδα του Ελληνικού

2. Η πυραμίδα του Λιγουριού

3. Η πυραμίδα της Δαλαμανάρας στην Αργολίδα

4. Η πυραμίδα της Κάμπιας, στην Νέα Επίδαυρο Αργολίδας

5. Η πυραμίδα της Σικυώνας

6. Η πυραμίδα της Νεάπολης στην Λακωνία (Βιγλάφια)

7. Η πυραμίδα του Αμφείου στην Θήβα

Ο συγγραφέας περιγράφει συνοπτικά την οικτρή κατάσταση των περισσοτέρων από τα μνημεία αυτά στο άρθρο του «Έχουμε πυραμίδες στην Ελλάδα!» στο περιοδικό Focus, vo 35, Ιανουάριος 2003, σελ. 98: «Η πυραμίδα του Ελληνικού είναι η καλύτερα διατηρημένη, με ύφος τοιχοποιίας περίπου εννέα δόμων (6-7 μέτρα).

Ισοπεδωμένη είναι εκείνη στο Λιγουριό, από την οποία σώζονται ελάχιστοι δόμοι, ειδικά προς την κατωφέρεια.
Η πυραμίδα της Κάμπιας σώζεται σε ελάχιστα ερείπια, κυρίως η πρόσθια πλευρά με την είσοδο και την πυραμιδοειδή γωνία της.
Οι πυραμίδες της Δαλαμανάρας, της Σικυώνας κι εκείνη στα Βιγλάφια καταστράφηκαν ολοσχερώς, με τη διαφορά ότι από την τελευταία σώζεται μόνο η τάφρος που την περιέβαλλε.
Τέλος, η κλιμακωτή πυραμίδα του Αμφείου, στη Θήβα, έχει υποστεί τόσες επεμβάσεις και καταστροφές, που είναι δύσκολο να διακρίνεις τη μορφή της».


Για την τελευταία περίπτωση, ο συγγραφέας αναφέρεται προφανώς στην εγκατάσταση ενός συστήματος προσκόπων πάνω στην πυραμίδα με άδεια της Πολιτείας, αν και είχε ήδη ανακαλυφθεί και ο τάφος των Θηβαίων Διοσκούρων και η βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου.

Εξ άλλου ο λόφος εν τω μεταξύ έγινε άλσος και φυτεύτηκε με πεύκα, οι ρίζες των οποίων προκαλούν φθορές στην επιφάνεια του μνημείου.
Ανάμεσα στα πεύκα, ο ανασκαφέας καθάρισε μια στενή ζώνη για να ανακαλύψει τη βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου σε πυραμιδικό μνημείο.
Διακρίνονται, από τα κάτω προς τα πάνω, οι βαθμίδες 1,2,3 και τα δύο ενδιάμεσα διαζώματα, ενώ στην κορυφή του λόφου υψώνεται ο -αθέατος στη φωτογραφία- «τύμβος» με τον κοινό τάφο του Ζήθου και του Αμφίονος.


Βαθμιδωτή μορφή έχει μέχρι τώρα μόνο η πυραμίδα του Αμφείου, ενώ οι υπόλοιπες φαίνο νται να ανήκουν στον τύπο της κανονικής τετράπλευρης πυραμίδος, με λείες επιφάνειες και κατασκευή από δόμους, επιμελέστερης ή υποτυπώδους λάξευσης.
Η πυραμίδα του Ελληνικού έχει ανάμεσα στους μεγάλους δόμους της και μικρότερους λίθους, μια τεχνική γνωστή στα προϊστορικά κτίσματα της Ελλάδος, όχι μόνο στα κυκλώπεια τείχη, αλλά και σε αρχαιότερα κτίσματα και κατασκευές, όπως τα πρωτοελλαδικά «αναχώματα» της Κωπαίδας.


Ο U Irich Karstedt στη μελέτη του (Per Kopaissee im Altertum und die «i minyschen» Kanale, Arch. Anzeiger, 1937, σελ. 1 κε) είχε υπο γραμμίσει ότι η τοιχοποιία των προϊστορικών κατασκευών δεν αποτελεί επ'ουδενί τεκμήριο ακριβούς χρονολόγησης τους.
Άλλοι ερευνητές δε, έχουν τονίσει ότι, από τους αρχαίους τοίχους, εκείνοι που ξεχωρίζουν για την κατασκευαστική τους ιδιαιτερότητα είναι οι τοίχοι των κτισμάτων (ναϊκών κυρίως) των γεωμετρικών χρόνων, που διακρίνονται με την «μικρολιθική» τους δόμηση (steinekeinigkeit).
Συνεπώς, η χρονολόγηση των πυραμίδων με μόνο κριτήριο την δόμηση τους είναι παρακινδυνευμένη και μάταιη.


Μόνο η ανασκαφική έρευνα και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων χρονολόγησης μπορεί να ορίσει τον χρονολογικό ορίζοντα κατασκευής των ιδιότυπων αυτών μνημείων, διατηρώντας την προσδοκία να αυξηθούν αριθμητικά με την πρόοδο της έρευνας.
Ωστόσο, παρά την πιθανή επιβίωση ενός αρχικού σχήματος, είναι φανερό ότι οι πυραμίδες της Ελλάδος (αλλά και της Αιγύπτου) εκφράζουν τον πολιτισμό και την πρακτική μιας εποχής, ενός πολιτισμικού κύκλου που τις «ανακάλυψε», τις δόμησε και τις χρησιμοποίησε για τις δικές του ανάγκες και τη δική του βιοθεωρία ή κοσμοθεωρία, γεγονός βασικό για την ερμηνεία και την χρονολόγηση τους.
Η τελική χρήση και αποστολή των περισσοτέρων είναι σχεδόν φανερή.
Για τον Παυσανία η πυραμίδα του Ελληνικού ήταν ταφικό πολυάνδριο.


Όπως γράφει ο Χρ. Λάζος (όπως παραπάνω, σελ. 9: «Ο Παυσανίας αποκαλούσε τις πυραμίδες πολυάνδρια (του Ελληνικού και της Δαλαμανάρας), εννοώντας τα ταφικά μνημεία πολλών ατόμων και όχι ενός.
Τα πολυάνδρια όμως ήταν μικρά οχυρά που φιλοξενούσαν περιορισμένο αριθμό στρατιωτών.
Ο Αρβανιτόπουλος υποστηρίζει ότι αυτή του Ελληνικού ήταν έμβλημα τάφου και πως κάτω από τον λόφο υπάρχει πιθανότητα να βρίσκεται ο τάφος κάποιου σημαίνοντος προσώπου.

Ως πολυάνδρια-οχυρά θεωρούν τις πυραμίδες του Ελληνικού οι Lord, Wiegand, Fracchia -ο τελευταίος πιστεύει ότι ήταν αμυντικοί πύργοι κάποιων αγροικιών-ενώ οι Leake, Ross, Vischermi Clark συμφωνούν με τον Παυσανία, ότι δηλαδή ήταν ταφικά μνημεία.
Εντούτοις, δεν βρέθηκαν οστά στις πυραμίδες...
Πιθανότερη ή εξ Ίσου πιθανή είναι η άποψη που θεωρεί τα κτίσματα φρυκτωρίες, σταθμούς αναμετάδοσης φωτεινών μηνυμάτων με την μέθοδο της πυρσείας, το οποίο υποστηρίζουν οι Cirtius, Donaldson, Τσούντας και Manatt.

Τέλος, η ομάδα της Ακαδημίας Αθηνών υποστηρίζει την πολύ προωθημένη άποψη ότι πιθανό να ήταν αστρονομικά παρατηρητήρια).

Είναι φανερό ότι πρόκειται για πλήρη σύγχυση! Ο Χρ. Λάζος γράφει ότι η πυραμίδα στα Βιγλάφια της Λακωνίας «είχε γίνει έμμονη ιδέα για μένα και προσπάθησα να την εντοπίσω δέκα φορές.
Τελικά την βρήκα το 1995.
Το μόνο που διασώζεται από αυτή είναι η τάφρος που την περιέβαλλε».
Κανείς όμως δεν μας εξήγησε τι εξυπηρετεί μία τάφρος γύρω από μία πυραμίδα, για την οποία ο Λάζος προτείνει «διαφορετική αρχιτεκτονική» και επισημαίνει: «βρίσκεται πάνω σε ορθογώνια βάση, περιβάλλεται από μία πλατιά τάφρο και οι δόμοι της πρέπει να ήταν ορθογώνιοι λίθοι, όπως διακρίνουμε στους διάφορους λίθους που προέρχονται απ' αυτή κι έχουν χρησιμοποιηθεί στα γύρω μαντριά» (όπως παραπάνω, σελ. 9.

Ο Παυσανίας, ως γνωστόν, θεωρούσε την πυραμίδα αυτή τάφο του Κινάδωνος, πλοιάρχου του Μενέλαου.
Για την πλατιά τάφρο που περιβάλλει την πυραμίδα των Βιγλαφίων και την πιθανή αποκατάσταση της αρχικής της μορφής θα συγγράψουμε ειδική μελέτη.

Είναι φανερό βεβαίως ότι κάθε μνημείο απαιτεί τη δική του έρευνα και ερμηνεία και ασφαλώς την ακριβή χρονολόγηση του.

Έτσι μόνο θα αποδειχτεί η πιθανή διαχρονία τους, η πιθανή επιβίωση του σχήματος και του όποιου αρχικώς προορισμού του ή η ένταξη όλων σε ένα πολιτισμικό και κατ' επέκτασιν χρονολογικό ορίζοντα, που για μας είναι η πιθανότερη εκδοχή. Θεωρούμε δε ένα τέτοιο ορίζοντα, την πρώιμη και μέση εποχή του χαλκού, την περίοδο του μινυακού πολιτισμού της Ελλάδος, τη χιλιετία της άνθησης του πολιτισμού των Μινυών στην Ελλάδα και πέρα από αυτή (2700-1700 π.Χ.).
Αυτό το κράτος, ο πολιτισμός αυτός έχει, για μας, εφεύρει και προωθήσει το πυραμιδικό σχήμα όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο χώρο.

Ποιος είναι όμως ο σκοπός, ποια η αφετηρία και η λειτουργία των κτισμάτων αυτών;

Το Αμφείον υπήρξε σαφώς ταφικό μνημείο.
Στην κορυφή του ιδρύθηκε ο τάφος των Ηγεμόνων, των Διόσκουρων της Θήβας, Ζήθου και Αμφίονος.

Ο τάφος αυτός πιθανότατα να υπήρξε και κέντρο λατρείας των ηρώων, των ιδρυτών της πόλεως της Θήβας.
Στο ανερεύνητο δυστυχώς, εσωτερικό του λόφου τεκμαίρονται βασίμως άλλοι τάφοι.

Εκεί παραπέμπει και η αναφορά του Παυσανία για απόπειρες τυμβωρύχων στο εσωτερικό του λόφου («υφαιρείσθαι»), και ο ταφικός περίβολος του λόφου-μνημείου, καθώς και οι πυρές των Νιοβιδών παρά τον λόφον.

Άρα, ο λόφος και η πυραμίδα του λειτούργη σαν ως χώροι ταφής όχι μόνο των ηγεμόνων Διοσκούρων της Θήβας, αλλά και των οικογενειών τους, λειτούργησαν δηλαδή ως «πολυάνδριον» και συγχρόνως ως χώρος ηρωολατρείας μέχρι τους όψιμους χρόνους της αρχαιότητας!
Από την άποψη αυτή, το πυραμιδικό σχήμα δεν ήταν μόνο χρηστικό που ιεραρχούσε τους τάφους κατά το αξίωμα των Νεκρών, αλλά εξέφραζε και την ιερότητα της αιώνιας κατοικίας των Ηγεμόνων, των Ηρώων.

Η πυραμίδα του Αμφείου, βαθμιδωτή εξω τερικά και κατασκαφής εσωτερικά, είναι το σημαντικότερο, μετά την Λακεδαίμονα, μνη μείο του μινυακού μας πολιτισμού.

Δυστυχώς, το περίτεχνο αυτό πλέγμα δεν ερευνήθηκε, διότι ο υπογράφων ανασκαφέας μετατέθηκε από την έδρα του το έτος 1973...

Υπογραμμίζουμε για άλλη μία φορά το μνημειώδες της κατασκευής, την περίπλοκη διαδρομή των σηράγγων, την άριστη διατήρηση των λαξεύσεων...
Ασφαλώς, το εσωτερικό του Αμφείου εξυπηρέτησε μία ταφική οικονομία και πρακτική, την οποία ενισχύει η ομοιότητα του με τα αιγυπτιακά ταφικά μνημεία του Αρχαίου και του Μέσου Βασιλείου, στα οποία επίσης υπάρχουν σήραγγες, κλίμακες και κόγχες, όπως στο Αμφείο.

Η δε περίτεχνη διαδρομή των σηράγγων ερμηνεύεται ορθώς ως τέχνασμα παραπλάνησης των τυμβωρύχων!

Αυτό το πλέγμα των σηράγγων στο εσωτερικό του Αμφείου, το οποίο ασφαλώς ήταν γνωστό στην Αρχαιότητα, σχολίασε -εν αγνοία ίου, πιθανότατα- ο Παυσανίας, με την παρατήρηση «υφαφείσθαι δ' εθέλουσι απ' αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες», υπαινισσόμενος, προφανώς, δράση τυμβωρύχων στο εσωτερικό του μνημείου.

Παρ' ότι η έρευνα του Αμφείου έμεινε ημιτελής και το φρέαρ κλείστηκε με τσιμέντο μετά την απομάκρυνση του υπογράφοντος ανασκαφέα, τα ευρήματα και τα στοιχεία της έρευνας του υπήρξαν αρκετά για να τεκμηριώσουν την ερμηνεία του ως ταφικού βαθμιδωτού μνημείου της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2600-2400 π.Χ. δηλαδή αρχαιότερου από την Μεγάλη Πυραμίδα!)!

Οι θρυλικοί Μινύες και τα απίστευτα τεχνολογικά κατορθώματά τους

Το Αμφείο λοιπόν, μας έθετε αναγκαστικά σε ένα σημαντικό προβληματισμό: Υπήρξε όντως ένας άλλος σημαντικός πολιτισμός στην Ελλάδα πριν από τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό και, αν ναι, ποια ήταν η αφετηρία, η διάρκεια και τα χαρακτηριστικά του;
Η έρευνα του Αμφείου οδήγησε τον ανασκαφέα του στην επανεκτίμηση της χρονολόγησης του κολοσσιαίου απο στραγγιστικού έργου της Κωπαΐδος, το οποίο η Παράδοση είχε συνδέσει με τους Μινύες του Βοιωτικού Ορχομενού.
Ο Ορχομενός αναφέρεται στον Όμηρο ήδη ως Μινύειος, ενώ αργότερα ο Πίνδαρος επανέλαβε τη σύνδεση του με τους Μινύες στην έκφραση: «Παλαιφάτων Μινυών επίσκοποι».

Οι ανασκαφές που διενέργησα, τόσο στα αναχώματα των αποστραγγιστικών διωρύγων της κωπαϊδικής λεκάνης, όσο και στο εσωτερικό της «μεγάλης καταβόθρας»,, δηλαδή της κύριας απαγωγού αρτηρίας των υδάτων της κωπαϊδικής λίμνης προς την Λάρυμνα μέσω ενός τεχνητού τούνελ μήκους 2,5 χιλιομέτρων, με τον καθηγητή S. Lauffer του Πανεπιστημίου του Μονάχου, βεβαίωσαν ότι το τεράστιο αποστραγγιστικό έργο είχε ολοκληρωθεί και λειτουργήσει στα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ.

Αυτό ήταν ακόμη μία ένδειξη ότι όντως πριν από τη μυκηναϊκή εποχή, ο ελλαδικός χώρος γνώρισε ένα υψηλό τεχνολογικό πολιτισμό, ο οποίος με τη σειρά του προϋπέθετε ανάλογη διοικητική οργάνωση.
Αυτά τα στοιχεία όμως υπήρξαν πολύ ενοχλητικά για τους μελετητές εκείνους, που προήγαγαν.την θεωρία ότι οι Μυκηναίοι ίδρυσαν τον αρχαιότερο πολιτισμό στον ελληνικό χώρο και τα αντιμετώπισαν με επιφύλαξη ή και με περιφρονητική αδιαφορία, χωρίς όμως να μπορούν να τα ακυρώσουν, αφού αυτά στηρίζονται σε αρχαιολογικά δεδομένα!

Κτίρια «ανακτορικού» χαρακτήρα της πρώιμης εποχής του χαλκού, δηλαδή της τρίτης χιλιετίας π.Χ., αποκαλύπτονταν στον ελλαδικό χώρο, στη Θήβα (αψιδωτό κτίριο) στη Λέρνα (οικία των Κεράμων), στα Ακοβίτικα της Μεσσηνίας... Τελευταία μάλιστα, αποκαλύφθηκαν στη Θήβα, την «έδρα» του Αμφείου, ανακτορικό κτίσμα και λείψανο τείχους της Καδμείας, καθώς και μέγας «τύμβος» από πλίνθους-τούβλα.
Όλα τα παραπάνω χρονολογούνται στους πρωτοελλαδικούς χρόνους, άρα πρόκειται για ευρήματα σύγχρονα της πυραμίδας του Αμφείου.
Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο: η Ελλάδα γνώρισε πριν από τον μυκηναϊκό και έναν εξ' ίσου ακμαίο και, πιστεύω, ακμαιότερο πολιτισμό, η διάρκεια του οποίου κάλυπτε την τρίτη και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ, ουσιαστικά μια ολόκληρη χιλιετία (2700 έως 1700 π.Χ.)!


Ο πολιτισμός αυτός διέθετε και διοικητική ανακτορική οργάνωση και μνημειώδη ταφική αρχιτεκτονική και υψηλή τεχνολογία, υδραυλική και όχι μόνον!
Ιδιαίτερα λαμπρή δε, υπήρξε κατά την περίοδο αυτή η μεταλλουργική τεχνολογία, όπως έδειξαν οι δικές μας ανασκαφές στα Αγιωργίτικα και το Στενό της Τεγέας, δύο χώρους που αυτή τη στιγμή εκπροσωπούν τη σημαντικότερη και αρχαιότερη μεταλλουργία, όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και σε όλο το μεσογειακό και τον ευρωπαϊκό χώρο!


Εμείς χαρακτηρίσαμε αυτόν τον πολιτισμό «Μινυακό» και την περίοδο της χρονικής του ανάπτυξης «Μινυακή περίοδο» του προϊστορικού πολιτισμού της Ελλάδος, η οποία καλύπτει την χιλιετία 2700-1700 π.Χ.
Μέσα στη χιλιετία αυτή περιλαμβάνεται και η λεγόμενη Πρωτοελλαδική Εποχή (2700 έως 2100 π.Χ.) και οι δύο πρώτες υποδιαιρέσεις της λεγόμενης Μεσοελλαδικής εποχής (ΜΕ Ι και ΜΕ II), αφού ουσιαστικά η τρίτη βαθμίδα της, η ME III, δεν υπάρχει αρχαιολογικά και «ιστορικά», αλλά βρίσκεται ή μάλλον αποτελεί το μεταίχμιο δύο πολιτιστικών κύκλων: Του μινυακού και του μυκηναϊκού πολιτισμού.


Τώρα αξίζει να ερευνήσουμε και να μελετήσουμε τον μινυακό πολιτισμό της χιλιετίας 2700-1700 π.Χ., ως αυθύπαρκτο υψηλό πολιτιστικό κύκλο, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις του.

Ακολούθως, θα τον ξεχωρίσουμε τόσο από τον μακρό νεολιθικό πολιτισμό της Ελλάδος (7000 έως 3000 π.Χ.), όσο και από τον ακόλουθο του, τον μυκηναϊκό πολιτισμό (1700/1600 έως 1100 π.Χ.), με το τέλος του οποίου συμπίπτει και το τέλος της λεγόμενης προϊστορίας του ελλαδικού χώρου.
Γιατί ο μινυακός πολιτισμός της Ελλάδος προκύπτει ως το πρότυπο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ο μυκηναϊκός μας πολιτισμός, από άποψη πολιτικής οργάνωσης, μνημειώδους ταφικής αρχιτεκτονικής, τεχνολογίας, λατρείας, αλλά και λογοτεχνικής δημιουργίας, όπως θα αναπτύξουμε σε άλλα μελετήματα μας.




Το πρόβλημα της χρονολόγησης

Η χρονολόγηση της πυραμίδας του Αμφείου στην τρίτη χιλιετία π.Χ. ανεκίνησε πολλά ζητήματα, αν και οι μελετητές δεν κατέγραψαν την αφετηρία του νέου προβληματισμού που προέκυψε μετά τις ανακοινώσεις και τις δημοσιεύσεις μας...
Η έρευνα στράφηκε στη χρονολόγηση της γνωστής πυραμίδος στο Ελληνικό της Αργολίδος, η οποία θεωρείτο ελληνιστικών χρόνων, σύμφωνα με τη χρονολόγηση που είχε προτείνει ο Αμερικανός αρχαιολόγος Lord (Hesperia 1938,481-527).


Η νέα χρονολόγηση στηρίχτηκε σε νέα ανασκαφική διερεύνηση του μνημείου και σε εφαρμογή της μεθόδου της θερμοφωταύγειας.
Οι ερευνητές του μνημείου, οι καθηγητές Θεοχάρης και Λυριτζής, βεβαίωσαν ότι η πυραμίδα του Ελληνικού χρονολογείται στην πρώιμη τρίτη χιλιετία π.Χ.
Με την έρευνα αυτή διασφαλίστηκε ο πανάρχαιος χρονολογικός ορίζοντας των πυραμίδων του ελλαδικού χώρου, όπως είχε δείξει η ανασκαφή και η μελέτη της βαθμιδωτής πυραμίδος του Αμφείου Θηβών.
Άρα, οι πυραμίδες της Ελλάδος -δύο τουλάχιστον από τις σημαντικότερες, τόσο του βαθμιδωτού, όσο και του τετράπλευρου σχήματος- δεν είναι κατασκευές των ελληνιστικών, αλλά των πρωτοελλαδικών χρόνων!
Δεν ήσαν έργα της τρίτης εκατονταετίας αλλά της τρίτης χιλιετίας π.Χ.!


Οι ανακαλύψεις και οι διαπιστώσεις αυτές ανέτρεπαν όλα τα καθιερωμένα του καιρού μας, ήταν όμως συμβατές με την αρχαία Παράδοση, την οποία συνήθως χαρακτηρίζουμε «μυθολογική», απλοποιητικά και γενικευτικά.
Τη «μυθολογία» των δύο αυτών μνημείων διέσωσε η πολύ μεταγενέστερη περιηγητική «λογοτεχνία» του Παυσανία.
Την πυραμίδα και τον τύμβο του Αμφείου η παράδοση των Θηβών, που διασώθηκε μέχρι τον Παυσανία, τη συνέδεε με τον κοινό τάφο των Θηβαίων Διοσκούρων, οι οποίοι στον Όμηρο αναφέρονται ως οι πρώτοι που έχτισαν τείχος στην Καδμεία (Οδύσσεια, λ 260).


«Οι πρώτοι Θήβης έδος έκτισαν επταπύλοιο

πύργωσαν τ', επε'ι ου μεν απύργωτον γ' εδύ ναντο

ναιέμεν ευρύχωρον Θήβην, κρατερώ περ' εόντε»

Πρόσφατα αποκαλύφθηκε και λείψανο του προμηκυναϊκού (κυκλώπειου) αυτού τείχους στην Καδμεία, κοντά στο Αμφείο, και χρονολογήθηκε στους πρωτοελλαδικούς χρόνους, δηλαδή την ίδια εποχή με τη διαμόρφωση του Αμφείου σε βαθμιδωτή πυραμίδα!

Και δεν βρέθηκε μόνο το τείχος εκείνο, το οποίο αναφέρεται στην Οδύσσεια ως το αρχαιότατο εύρημα της Καδμείας, αλλά και ένα επιπρόσθετο, ανακτορικό, σύγχρονο και παρακείμενο στο τείχος κτίσμα, ένα πραγματικό citadel house, όπως ανακοινώθηκε από τους αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θηβών σε πρόσφατο συνέδριο που οργάνωσε η αρμόδια Εφορεία στη Θήβα!

Και ο μεν Παυσανίας και ο Κεραμόπουλος δεν αντελήφθησαν τη διαμόρφωση του λόφου του Αμφείου σε βαθμιδωτή πυραμίδα, ο πρώτος όμως άφησε ένα λεκτικό σχολιασμό και μία αναφορά σε απόπειρες τυμβωρυχίας με την παρατήρηση του, «υφαιρείσθαι δ'εθέλουσιν απ' αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες».
Ο δε Κεραμόπουλος, με την παιδεία και την οξυδέρκεια του διερωτήθηκε: «Εκείνο το "υφαιρείσθαι" δεν δύνομαι άλλως να νοήσω ή ως αποβλέπον εις την όλην βάσιν του τύμβου, εις αυτόν δηλαδή τον φυσικό λόφον... ηγνόει ο Παυσανίας ή δεν λέγει ακριβώς ούτε την εσωτερικήν φύσιν του λόφου ούτε την όλην περί αυτού πίστιν» (Αρχ. Δελτίον 3,1917, σελ. 387-.


Το Αμφείο με την έρευνα του άνοιξε έναν νέο προβληματισμό σχετικά με τη χρήση, την αποστολή και τη χρονολόγηση των πυραμιδικών κτισμάτων του ελλαδικού χώρου, αλλά και την έρευνα των υδραυλικών έργων, τα οποία εμείς πρώτοι χρονολογήσαμε στην τρίτη χιλιετία Π.Χ. και τα θεωρήσαμε έργα του μινυακού πολιτισμού της Ελλάδος.
Είναι πλέον βέβαιο πως η πρόοδος της έρευνας θα αναδεικνύει συνεχώς αυτόν τον πολιτισμό, τη χρυσή χιλιετία του προϊστορικού μας παρελθόντος και θα του προσγράψει όλες του τις κατακτήσεις και τα επιτεύγματα, τα οποία υφήρπασε ο μυκηναϊκός πολιτισμός.
Αυτό λοιπόν θ' αποτελέσει το νέο λαμπρό κεφάλαιο της Αρχαιολογίας και της Επιστήμης...


Η πυραμίδα του Αμφείου προέκυψε ως μνημειώδης ταφική κατασκευή, η οποία προϋπέθετε ανάλογη και σύγχρονη διοικητική οργάνωση, ένα διοικητικό σύστημα, το οποίο δημιούργησε μια μνημειώδη ταφική αρχιτεκτονική πριν από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Αυτό κλόνιζε την εδραιωμένη θεωρία ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν καθόλου μνημειώδεις ταφικές κατασκευές και μνημειώδη διοικητικά-ανακτορικά κτίσματα πριν από τους Μυκηναϊκούς Χρόνους (1550-1200 Π.Χ.).


Οι φορείς του Μυκηναϊκού Πολιτισμού θεωρούντο -και θεωρούνται ακόμη- οι απόγονοι των Ινδοευρωπαίων, οι οποίοι-υποτίθεται-εισήλθαν στον ελληνικό χώρο στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ., χωρίς βέβαια να υπάρχει αρχαιολογική ή γλωσσολογική στήριξη της σχετικής θεωρίας.
Άλλωστε, ούτε και η διακίνηση των τύμβων Kurgan έλυσε το ζήτημα, διότι οι ελλαδικοί τύμβοι εξελίσσονται αυτοτελώς και δεν προσφέρονται ως τεκμήριο φυλετικών μετακινήσεων από τον ευρωπαϊκό ή τον ευρασιατικό χώρο προς την Ελλάδα.


Το αρχετυπικό των πυραμίδων και οι παράγοντες καθορισμού του

Σε ό,τι αφορά όμως τη μορφογένεση των πυραμιδικών κατασκευών και τη χωρική αφετηρία τους, τα πράγματα διαγράφονται ανταγωνιστικά και συναρπαστικά. Ποιος «ανακάλυψε» το σχήμα της πυραμίδος;
Η φερόμενη ως «κοιτίδα» της, Αίγυπτος, ή η μινυακή Ελλάδα;

Η 
μεγάλη αρχαιότητα των ελληνικών πυραμίδων θα ήταν μετέωρη ως μεμονωμένο φαινόμενο και προϊόν, αν δεν μπορούσε να συναρτηθεί με μία σύγχρονη της πολύπλευρη πολιτιστική υποδομή και κρατική οργάνωση, που εκφράστηκε αλλού και εδώ με προϊόντα υψηλής στάθμης και τεχνολογίας.

Χωρίς την ύπαρξη μινυακού κράτους και μινυακού πολιτισμού, οι ελληνικές πυραμίδες θα έμεναν αξιοπερίεργες κατασκευές (curiosities) και θα μετακινούν το χρονολογικά από τους «προϊστορικούς» μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους, άλλοτε με ερευνητικά τεκμήρια, άλλοτε κατ' εκτίμησιν.
Είναι όμως παράγωγα, έργα και μνημεία ενός συγκεκριμένου πολιτισμού και μιας συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας και αυτό προσδιορίζει έμμεσα αλλά τεκμαρτά, τη χρονολόγηση των ελληνικών πυραμίδων, δημιουργιών του ελληνικού μινυακού πολιτισμού της χρυσής χιλιετίας του (2700-1700 π.Χ)!


Οι αιγυπτιακές πυραμίδες είναι οι πολυπληθέστερες μεν, αλλά, τώρα πια, όχι και οι αρχαιότερες!
Οι ελληνικές πυραμίδες υπολείπονται αριθμητικά, αλλά αυτό μάλλον είναι συμπτωματικό (υπόκειται στην «chance of discovery πιθανότητα της ανακάλυψης), ήδη όμως διεκδικούν όχι απλά ταυτοχρονία, αλλά μεγαλύτερη αρχαιότητα από τις αρχαιότερες αιγυπτιακές, που χρονολογούνται περί το 2700/2600 π.Χ.


Ωστόσο, το αρχετυπικό των πυραμίδων προσδιορίζεται όχι μόνο από τον πολιτισμό που τις παρήγαγε, αλλά και από την αποστολή και τη χρήση τους.
Οι πυραμίδες δεν είναι μόνο ταφικά μνημεία, κάτι που αποτελούν κυρίως οι αιγυπτιακές πυραμίδες.
Η σύγχρονη έρευνα έχει αποδώσει άλλο χαρακτήρα και χρήση στη μεγάλη πυραμίδα του Χέοπος, την οποία ερευνά ως αστρονομικό σταθμό ή εργαστήριο, με πειστικά επιχειρήματα!
Της αποδίδει δε ακριβή γαιωδεσία και «ευεργετικές» επιπτώσεις στην συντήρηση οργανικών ουσιών που καλύπτονται από το «κέλυφος» της!


Αντίθετα, οι υπόλοιπες, εξ όσων γνωρίζω, και η «κλασική» βαθμιδωτή πυραμίδα του Ζοζέρ (2600 π.Χ. περίπου) είχαν ταφικό προορισμό, όπως δείχνουν οι πολυδαίδαλες υπόγειες ή παρακείμενες ταφικές και λατρευτικές εγκαταστάσεις τους αντίστοιχα.
Οι εγκαταστάσεις αυτές είχαν ως προορισμό να παραπλανούν τους τυμβωρύχους και να υπηρετούν την πολλαπλότητα των λατρευτικών εθιμοτυπιών και πρακτικών που αναπτύχθηκαν σε κύριο γνώρισμα της αιγυπτιακής ιερατικής και καθεστωτικής Ιεραρχίας.


Ταφικό προορισμό είχαν σαφώς και οι πυραμίδες του Αμφείου και του Ελληνικού της Αργολίδος, όπως έδειξαν τα ευρήματα και οι εσωτερικές σήραγγες του Αμφείου, αλλά και η παράδοση που ήθελε και τη μία και την άλλη πυραμίδα να έχουν φιλοξενήσει τους τάφους επώνυμων ηρώων των δύο περιοχών (Ζήθος και Αμφίων, Προίτος και Ακρίσιος αντίστοιχα).

ΠΗΓΗ: 

https://master-lista.blogspot.gr/2015/05/blog-post_258.html