Φωτογραφία: Αρχαία Ελληνιστική '' Πεντήρης'' 3ος αιώνας π.Χ.

Ancient Hellenistic Warship - Galley 3rd Century B.C.
http://en.wikipedia.org/wiki/Hellenistic-era_warships

  Η ελληνιστική εποχή υπήρξε μία περίοδος επαναστατική ως προς την εξέλιξη των πολεμικών πλοίων. Σημαντικό δρόμο χάραξε στον τομέα αυτό, καθώς και σ' αυτόν της πολιορκητικής, ο Διονύσιος ο Α΄ των Συρακουσών, στον οποίο αποδίδεται η δημιουργία δύο νέων τύπων πλοίων, το 395 π.Χ., της τετρήρους και της πεντήρους. Τα πλοία αυτά χρησιμοποίησε και ο Αλέξανδρος στην πολιορκία της Τύρου.
Η τετρήρης λόγω του χαμηλού κόστους κατασκευής και λειτουργίας της, αλλά και της ευελιξίας και της ταχύτητάς της, έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής ιδιαίτερα στη Ρόδο και την Αίγυπτο. Διέθετε 88 κωπηλάτες σε αντίθεση με την τριήρη που διέθετε 170 και την πεντήρη που διέθετε 180. Το μειονέκτημά της ήταν ότι είχε μικρότερη αντοχή στη θάλασσα και ότι αδυνατούσε να αντιμετωπίσει την υψηλότερη πεντήρη.
Ένα ακόμη πλοίο της εποχής, δημιούργημα αυτό του Διονύσιου του Β΄, ήταν ηεξήρηςη οποία μαζί με τα δύο προηγούμενα κυριάρχησε στους ελληνιστικούς στόλους από τη ναυμαχία της Αμοργού το 322 π.Χ. έως τη ναυμαχία στο Άκτιο το 31 π.Χ.
Γενικά οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για τη δημιουργία όλο και μεγαλύτερων πολυήρων, με τις επτήρεις του Αντίγονου το 315 π.Χ., τις οποίες διαδέχονται οι οκτήρεις, οι εννήρεις, οι δεκήρεις, οι ενδεκήρεις, οι δεκατριήρεις έως και οι δεκαεξήρεις του Δημητρίου και οι εικοσήρεις και τριακοντήρεις του Πτολεμαίου του Β΄.
Τα πλοία αυτά θα έπρεπε προφανώς να είχαν περισσότερους από έναν κωπηλάτες σε κάθε κουπί. Έτσι η τετρήρης θα πρέπει να είχε δύο σειρές κουπιών με δύο κωπηλάτες σε κάθε κουπί, ενώ η πεντήρης και η εξήρης θα πρέπει να είχαν τρεις σειρές με 2+2+1 και 2+2+2 κωπηλάτες ανά κουπί αντίστοιχα. Τα τεράστια πλοία πάλι που ξεπερνούσαν τις οκτήρεις θα πρέπει να διέθεταν περισσότερες από μία σειρές κωπηλατών. Η χρησιμοποίηση περισσότερων κωπηλατών σε κάθε κουπί, παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό της κινητήριας δύναμης, επέτρεψε στους στόλους να ξεπεράσουν το πρόβλημα της επάνδρωσης με ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό.
Στα χρόνια αυτά τοποθετείται και η δημιουργία ενός νέου, δίπρωρου σκάφους, ανάλογο με τα σημερινά καταμαράν. Αφορμή για κάτι τέτοιο αποτέλεσε η πρακτική της σύνδεσης δύο πλοίων, κάτι που συνηθιζόταν για τη μεταφορά πολιορκητικών μηχανών, πύργων ή γεφυρών. Στον τύπο αυτό ανήκαν τα πλοία που είχαν πάνω από 20 κωπηλάτες σε κάθε στίχο, όπως η εικοσήρης ή η τριακοντήρης. Το αποκορύφωμα των πλοίων του είδους αποτέλεσε η τεσσαρακοντήρης ναυς του Πτολεμαίου Φιλοπάτορος.
Χρήση
Τα μεγάλα ελληνιστικά πλοία μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πολύ καλύτερα τις ανοιχτές θάλασσες και να παρέχουν πρόσθετη προστασία από την εχθρική έφοδο και τον εμβολισμό. Παράλληλα, με την αύξηση του πλάτους της παρεξειρεσίας και του καταστρώματός τους μπορούσαν να μεταφέρουν πλέον ολόκληρο το στρατιωτικό σώμα, καθώς και πύργους και καταπέλτες.
http://www.tmth.edu.gr/aet/thematic_areas/p427.html

Η ελληνιστική εποχή υπήρξε μία περίοδος επαναστατική ως προς την εξέλιξη των πολεμικών πλοίων. Σημαντικό δρόμο χάραξε στον τομέα αυτό, καθώς και σ' αυτόν της πολιορκητικής, ο Διονύσιος ο Α΄ των Συρακουσών, στον οποίο αποδίδεται η δημιουργία δύο νέων τύπων πλοίων, το 395 π.Χ., της τετρήρους και της πεντήρους. Τα πλοία αυτά χρησιμοποίησε και ο Αλέξανδρος στην πολιορκία της Τύρου.
Η τετρήρης λόγω του χαμηλού κόστους κατασκευής και λειτουργίας της, αλλά και της ευελιξίας και της ταχύτητάς της, έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής ιδιαίτερα στη Ρόδο και την Αίγυπτο. Διέθετε 88 κωπηλάτες σε αντίθεση με την τριήρη που διέθετε 170 και την πεντήρη που διέθετε 180. Το μειονέκτημά της ήταν ότι είχε μικρότερη αντοχή στη θάλασσα και ότι αδυνατούσε να αντιμετωπίσει την υψηλότερη πεντήρη.
Ένα ακόμη πλοίο της εποχής, δημιούργημα αυτό του Διονύσιου του Β΄, ήταν ηεξήρηςη οποία μαζί με τα δύο προηγούμενα κυριάρχησε στους ελληνιστικούς στόλους από τη ναυμαχία της Αμοργού το 322 π.Χ. έως τη ναυμαχία στο Άκτιο το 31 π.Χ.
Γενικά οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για τη δημιουργία όλο και μεγαλύτερων πολυήρων, με τις επτήρεις του Αντίγονου το 315 π.Χ., τις οποίες διαδέχονται οι οκτήρεις, οι εννήρεις, οι δεκήρεις, οι ενδεκήρεις, οι δεκατριήρεις έως και οι δεκαεξήρεις του Δημητρίου και οι εικοσήρεις και τριακοντήρεις του Πτολεμαίου του Β΄.
Τα πλοία αυτά θα έπρεπε προφανώς να είχαν περισσότερους από έναν κωπηλάτες σε κάθε κουπί. Έτσι η τετρήρης θα πρέπει να είχε δύο σειρές κουπιών με δύο κωπηλάτες σε κάθε κουπί, ενώ η πεντήρης και η εξήρης θα πρέπει να είχαν τρεις σειρές με 2+2+1 και 2+2+2 κωπηλάτες ανά κουπί αντίστοιχα. Τα τεράστια πλοία πάλι που ξεπερνούσαν τις οκτήρεις θα πρέπει να διέθεταν περισσότερες από μία σειρές κωπηλατών. Η χρησιμοποίηση περισσότερων κωπηλατών σε κάθε κουπί, παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό της κινητήριας δύναμης, επέτρεψε στους στόλους να ξεπεράσουν το πρόβλημα της επάνδρωσης με ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό.
Στα χρόνια αυτά τοποθετείται και η δημιουργία ενός νέου, δίπρωρου σκάφους, ανάλογο με τα σημερινά καταμαράν. Αφορμή για κάτι τέτοιο αποτέλεσε η πρακτική της σύνδεσης δύο πλοίων, κάτι που συνηθιζόταν για τη μεταφορά πολιορκητικών μηχανών, πύργων ή γεφυρών. Στον τύπο αυτό ανήκαν τα πλοία που είχαν πάνω από 20 κωπηλάτες σε κάθε στίχο, όπως η εικοσήρης ή η τριακοντήρης. Το αποκορύφωμα των πλοίων του είδους αποτέλεσε η τεσσαρακοντήρης ναυς του Πτολεμαίου Φιλοπάτορος.
Χρήση
Τα μεγάλα ελληνιστικά πλοία μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πολύ καλύτερα τις ανοιχτές θάλασσες και να παρέχουν πρόσθετη προστασία από την εχθρική έφοδο και τον εμβολισμό. Παράλληλα, με την αύξηση του πλάτους της παρεξειρεσίας και του καταστρώματός τους μπορούσαν να μεταφέρουν πλέον ολόκληρο το στρατιωτικό σώμα, καθώς και πύργους και καταπέλτες.

Πηγή
Αμφιτρίτη Θάλασσα