Όταν ο θάνατος του Αλέξανδρου ανακοινώθηκε στους στρατιώτες του που πολλοί από τους οποίους τα δυο τρία τελευταία βραδιά πριν επέλθει το μοιραίο, ξαγρύπνησαν έξω από τα ανάκτορα, ακλούθησαν μερικά λεπτά παγωμάρας. Κατόπιν μια μακρόσυρτη, παρατεταμένη βοή έσκισε τη νεκρική σιγή που είχε προηγηθεί. Η βοή μείγμα θρήνων και κοπετών, γινόταν ολοένα εντονότερη.
Μαζί με τους Έλληνες αξιωματούχους και στρατιώτες έκλαιγαν και θρηνούσαν και οι Πέρσες σατράπες και πολεμιστές του στρατού του Αλεξάνδρου που ένα χρόνο τώρα ήταν μεικτός, ΕλληνοΠερσικός. Όταν ο θρήνος σταμάτησε, μια ομάδα στρατιωτών έβαλε φωτιά στο ανάκτορο, ενώ οι ιππείς έκοψαν τις ουρές των ίππων τους και τοποθέτησαν ανάποδα τις σέλες τους. Ήταν το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν σε ένδειξη πένθους για την απώλεια μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες που γέννησε η ανθρωπότητα.
Η είδηση του θανάτου του μεγάλου στρατηλάτη μεταδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα και προκάλεσε σοκ. Ήταν τόσο αγαπητός και τόσο νέος, τριάντα τριών μόλις ετών. Ο κόσμος εκείνης της εποχής πάγωσε και δεν μπορούσε να το πιστέψει, μέχρι που είδε τους διάδοχους του στην εξουσία. Η τραγωδία για τον Ελληνισμό και την ανθρωπότητα ήταν ότι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το μεγαλειώδες έργο του. Η αυτοκρατορία όμως που δημιούργησε επέζησε, έστω και τριχοτομημένη, επί τρεις αιώνες.