Η οικονομία της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας ήταν μικτή, βασιζόμενη στην καλλιέργεια των αγρών, καθώς και στην ενασχόληση με την κτηνοτροφία. Η καλλιέργεια και η συγκομιδή των δημητριακών, αλλά και η συλλογή των καρπών και των φυτών, άγριων και καλλιεργημένων, παράλληλα με την άσκηση της κτηνοτροφίας συνέθεταν την οικονομία της αρχαίας ελληνικής πόλης.

Η ιδιοκτησία της γης άλλωστε καθόριζε και την πολιτική διοίκησή της, όπως συνέβαινε για παράδειγμα στην Αθήνα του Σόλωνα, όπου οι Αθηναίοι χωρίζονταν σε τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους που υπολογιζόταν σε μεδίμνους σιτηρών, με βάση δηλαδή τη μονάδα χωρητικότητας των στερεών και ιδίως του σιταριού (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι, διακοσιομέδιμνοι).

Η αγροτική καλλιέργεια, καθώς και οι μέθοδοι βάσει των οποίων ο γεωργός καλλιεργούσε ανέκαθεν τη γη, καθορίζονταν από διάφορους παράγοντες όπως το έδαφος, το κλίμα, αλλά και το υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό. Η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού ήταν αυτή που με τον καιρό οδήγησε στην εντατικότερη καλλιέργεια της γης, καθώς και στην εξημέρωση των προϊόντων της. Οι αρχαίοι γεωργοί που καλλιεργούσαν τα μικρά σχετικά χωράφια τους με τη βοήθεια των μελών της οικογένειάς τους, είχαν στη διάθεσή τους συνήθως έναν ή δύο σκλάβους και ελάχιστα σχετικά εργαλεία, με ένα από τα κυριότερα από αυτά να είναι το άροτρο.

Η οργάνωση της αγροτικής εργασίας ήταν άμεσα εξαρτώμενη από το εποχιακό ημερολόγιο. Το έτος χωριζόταν σε τρεις εποχές, στο χειμώνα που διαρκούσε από το Νοέμβριο έως το Φεβρουάριο, την άνοιξη που κρατούσε μέχρι τον Ιούνιο και το καλοκαίρι που διαρκούσε έως τον Οκτώβριο. Τα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούνταν για την αρχαία αγροτική καλλιέργεια παρέμειναν μέσα στα χρόνια βασικά τα ίδια, χωρίς ιδιαίτερα σημαντικές εξελίξεις. Κάποιες από τις διαφοροποιήσεις όμως που σημειώνονται σε σχέση με αυτά, αντικατοπτρίζουν τη συνθετότητα των εργασιών που έπρεπε να υλοποιηθούν, την ανάγκη για πιο γρήγορη εκτέλεση της εργασίας ή και τις διάφορες τοπικές προτιμήσεις.

Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν ως προστάτιδα της καλλιέργειας της γης τη θεά Δήμητρα. Θεωρούσαν πως η θεά στεκόταν δίπλα τους από τη στιγμή που άρχιζαν να οργώνουν το χωράφι μέχρι και τη στιγμή που συγκέντρωναν τον καρπό στις αποθήκες. Η Δήμητρα ήταν η θεά των σιτηρών και αυτή που διαχώριζε το σιτάρι από το άχυρο. Η αρχαία ελληνική γραμματεία μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες σε σχέση με το όργωμα, τη σπορά, το θερισμό, το αλώνισμα και το λίχνισμα, σε αντίθεση με την αρχαία αγγειογραφία η οποία σπάνια απεικονίζει σχετικές σκηνές αγροτικής ζωής.

Καλλιεργήσιμες εκτάσεις


Από τα ομηρικά έπη και στο πλαίσιο του ιδεώδους της αυτάρκειας του οίκου, γίνεται αντιληπτό πως οι άνθρωποι ασκούσαν μεικτή οικονομία με καλλιέργεια αμπελιών, σιτηρών, ελιών και άλλων οπωροφόρων, παράλληλα με την κτηνοτροφία. Όλα τα απαραίτητα προϊόντα έπρεπε να παραχθούν στα πλαίσια του οίκου με τη συμμετοχή των μελών της οικογένειας. Βασικό ρόλο έπαιζε η καλλιέργεια του σιταριού και συμπληρωματική αξία είχε η καλλιέργεια των οπωροφόρων και των λαχανικών.

Γενικά η καλλιέργεια της γης ήταν στην αρχαιότητα μία παράμετρος εξαιρετικά σημαντική, καθώς το 80% των κατοίκων σε μία συνήθη πόλη κράτος ήταν γεωργοί. Στην κλασική περίοδο για παράδειγμα σχεδόν 300.000 άτομα ζούσαν στην περιοχή της Αττικής και της Αθήνας, ενώ με βάση το Θουκυδίδη (2.16) η πλειοψηφία αυτών ζούσε στην ύπαιθρο.

Η καλλιεργημένη γη στην αρχαιότητα ονομαζόταν αγρός σε αντίθεση με το άστυΠίονες αγροί ονομάζονταν αυτοί που σχετίζονταν περισσότερο με τη βοσκή των ζώων παρά με τη γεωργία. Τα όρια των αγρών ορίζονταν με τους όρους, ενώ μονάδα μέτρησης ήταν το πλέθρο, ίσο με 100 πόδες. Ο κήπος προορίζονταν για τα οπωροφόρα δέντρα ή τα αμπέλια, η πρασίη ήταν μικρός οριοθετημένος χώρος για την καλλιέργεια των λαχανικών και ο λειμών προορίζονταν για τη βοσκή των ζώων.

Τα εδάφη που καλλιεργούνταν χωρίζονταν στα δύο. Το ένα τμήμα ήταν αυτό που καλλιεργούνταν και το άλλο αυτό που παρέμενε σε αγρανάπαυση. Νειός αποκαλούνταν το χωράφι αυτό το οποίο θα σπέρνονταν πρώτη φορά μετά την αγρανάπαυση. Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι το χωράφι στο διάστημα μεταξύ του τελευταίου θερισμού και της επόμενης σποράς το όργωναν τρεις με τέσσερις φορές την άνοιξη και το καλοκαίρι. Η άροση γενικά ήταν μία δύσκολη εργασία που κατά τον Ησίοδο γινόταν από έμπειρο γεωργό περίπου 40 ετών, χωρίς διακοπές, σε ευθείες σειρές. Την όλη διαδικασία βοηθούσε δούλος που ακολουθούσε από πίσω και σκέπαζε τους σπόρους με τη μάκελλα. Τα ζώα τα οποία ζεύονταν στο άροτρο ήταν κατά προτίμηση ταύροι εννέα ετών, αν και στην αγγειογραφία απεικονίζονται και ημιόνοι.

Το άροτρο


Το άροτρο υπήρξε το πιο σημαντικό εργαλείο της αρχαίας αγροτικής καλλιέργειας. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος αναφέρονται σ’ αυτό. Ο Όμηρος αναφέρεται στο πηκτόν άροτρο, ενώ ο Ησίοδος συνέστηνε την κατασκευή δύο ειδών αρότρων, σε περίπτωση που έσπαγε το ένα, το αυτόγυον και το πηκτόν. Το αυτόγυον πρέπει να ήταν το παλιότερο μινωικό άροτρο, γνωστό από τα ιδεογράμματα της κρητικής ιερογλυφικής γραφής που επιβίωσε μέχρι το β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., ενώ το πηκτόν ήταν μία νέα εφεύρεση που μπορούσε να σπάσει πιο δύσκολα και έτσι δεν ήταν δυνατόν να αχρηστευθεί τελείως. Αυτό ήταν πιο πρακτικό, καθώς τα σπασμένα τμήματα μπορούσαν να αφαιρεθούν και να αντικατασταθούν από νέα.

Το ελληνικό αλλά και το ρωμαϊκό άροτρο ανήκουν στην κατηγορία του σπαστού αρότρου; (breaking plough), με συμμετρικότητα στο σχέδιο, διαφέροντας από τα σημερινά άροτρα, καθώς βασικά έσκαβαν το χώμα σε μικρό βάθος, γεγονός το οποίο ταίριαζε στα εδάφη της περιοχής.

Περιγραφή

Τα διάφορα μέρη του αρότρου ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, εκτός από το προσαρμοσμένο τμήμα και τους τόρμους για την ένωση των μερών. Γενικά το βασικό σχήμα του αρότρου μέσα στα χρόνια παρέμεινε το ίδιο.

Το τιμόνι του αρότρου, ο λεγόμενος ιστοβοεύς, κατασκευάζονταν από ασαπές ξύλο δάφνης ή φτελιάς, το αλετροπόδι, το λεγόμενο έλυμα, από δρυ και ο γύης από πουρνάρι. Στο πηκτόν άροτρο ο γύης συνδεόταν με το έλυμα με ξύλινο γόμφο, ενώ στο αυτόγυον το έλυμα και ο γύης ήταν από το ίδιο ξύλο.

Σε αντίθεση με τα άροτρα με πλαίσιο, αυτά τα συμμετρικά αρχαία άροτρα δεν διαμόρφωναν επίστεψη. Σε περίπτωση που χρειάζονταν για να καλυφθεί ο καρπός ή για την αποστράγγιση, προσθαφαιρούμενες πτέρυγες χρησιμοποιούνταν για να πατάνε το χώμα δεξιά και αριστερά, διαμορφώνοντας κορυφογραμμές και αυλάκια. Από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει η διαπίστωση της εξέλιξης του μπροστινού μέρους του αρότρου από το χωρίς προστασία τμήμα στο προσθαφαιρούμενο μέρος, αρχικά από ξύλο και αργότερα από σίδηρο, με τα παλιότερα δείγματα να προέρχονται από τη Μεσοποταμία και με διάφορες ποικιλίες υνιών. Ο Πλίνιος (18. 171-2) αναφέρεται σε διάφορες περιπτώσεις υνιών, με πιο σημαντικό ένα sleeved σιδερένιο μέρος με μία κάθετη κόψη και με οριζόντιες κοφτερές ακμές σε κάθε πλευρά, για το όργωμα σκληρότερων εδαφών, το οποίο μάλιστα έκοβε παράλληλα και τις ρίζες από τα αγριόχορτα, εξοικονομώντας ταυτόχρονα χρόνο για τις μετέπειτα εργασίες. Ο Πλίνιος ως μεγάλη τεχνική εξέλιξη αναφέρει την προσθήκη δύο μικρών τροχών στο άροτρο στα ρωμαϊκά χρόνια, ως απάντηση στα πολύ σκληρά χώματα της περιοχής.

Σε χάλκινα συμπλέγματα του 600 π.Χ. απεικονίζεται αγρότης να οργώνει με ζεύγος βοδιών, με το ζυγό στερεωμένο στα κέρατα των ζώων, με ένα από αυτά να γυρίζει ανάποδα, βουστροφηδόν. Ο αγρότης κρατά με το ένα χέρι τη λαβή του αρότρου, ενώ το δεξί του πόδι είναι στο έδαφος και το αριστερό στο έλυμα. Στην αγγειογραφία πάλι ο ζυγός απεικονίζεται στον τράχηλο των ζώων, ο άνδρας κρατά με το ένα χέρι την εχέτλη και με το άλλο το κέντρον και από πίσω ένας άλλος καλύπτει τους σπόρους.

Άλλο ένα σχετικό με το όργωμα εργαλείο ήταν η μάκελλα, η αξίνα δηλαδή για την κάλυψη των σπόρων, το άνοιγμα αρδευτικών αυλακιών, το σκάψιμο και το σκάλισμα των δέντρων. Η μάκελλα είχε τη μία λεπίδα πλατιά και την άλλη κάθετη με αιχμηρή απόληξη.

Χρήση

Για την άροση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.

Πηγές

Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 425-440:

«Πολλά είναι καμπύλα ξύλα, μα φέρε σταβάρι (γύης) όταν το βρεις στο σπίτι, ψάχνοντας στο βουνό ή στα χωράφια πουρναρένιο, γιατί αυτό είναι το πιο σίγουρο, να οργώνουν τα βόδια, όταν της Αθηνάς ο δούλος, στεριώνοντάς το στο αλετροπόδι (έλυμα), δένοντάς το με ξυλόκαρφα (γόμφους), το προσαρμόσει στο τιμόνι (ιστοβοεύς). Ετοίμασε δυο αλέτρια, στο σπίτι φτιάχνοντάς τα, μονοκόμματο (αυτόγυον) και συνδεμένο (πηκτόν), γιατί πολύ καλύτερο είναι αυτό, γιατί αν το ένα σπάσεις, το άλλο θα βάλεις στα βόδια. Από δάφνη και από φτελιά είναι το πιο ασκουλήκωτο τιμόνι, από δρυ το αλετροπόδι, το σταβάρι από πουρνάρι και το ζευγάρι εννιάχρονο σερνικά ν’ αποχτήσεις, γιατί αυτών η δύναμη δεν κόβεται, αφού στην ακμή τους βρίσκονται αυτά είναι τα πιο καλά στη δουλειά. Αυτά δεν θα μαλακώσουν στο αυλάκι να σπάσουν το αλέτρι και να αφήσουν αγίνωτη τη δουλειά».

Τα δημητριακά


Από την 7η χιλιετία στην Ανατολική Μεσόγειο εμφανίζονται πολιτισμοί οι οποίοι στηρίζουν την οικονομία τους στη γεωργία, με τα δημητριακά να κατέχουν ιδιαίτερα σημαντική θέση στις διατροφικές προτιμήσεις των ανθρώπων, αποτελώντας το θεμέλιο της διατροφικής πυραμίδας. Η λέξη δημητριακά γενικά δήλωνε το καθετί αλεσμένο, αλλά κατά κύριο λόγο τα παράγωγα του σίτου, από την κατάλληλη επεξεργασία του οποίων προέρχονταν τα άλευρα.

Στην περιοχή αυτή της Μεσογείου συνηθέστερα δημητριακά ήταν ο σίτος ως μονόκοκκος, απόγονος αυτοφυούς μορφής – triticummonococcum – ως δίκοκκος και σκληρός – triticumdicoccum και triticumdurum – και τέλος ως σπελτοειδής και κοινός – triticum spelta και triticumaestivum L. – καθώς και η δίστοιχη ή εξάστιχη κριθή Τα είδη αυτά ενδείκνυνται για ξηρά εδάφη και δεν απαιτούν βαθύ σκάψιμο, γεγονός που είχε άμεση σχέση και με το αρχαίο ελληνικό άροτρο που ουσιαστικά σβάρνιζε το έδαφος του αγρού.

Στην αρχαία Ελλάδα το κριθάρι το οποίο για μεγάλο διάστημα χρησιμοποιούνταν ως τροφή για ζώα και ανθρώπους, χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή της λεγόμενης μάζας, δηλαδή για την παρασκευή ενός είδους γλυκίσματος σε μορφή αρτοσκευάσματος. Γενικά το κριθάρι δεν ήταν τόσο κατάλληλο όσο το σιτάρι για την παρασκευή ψωμιού, καθώς τα έλυτρα που περιέχονταν στον καρπό του δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν στο αλώνισμα. Το κριθάρι επίσης υφίστατο ένα είδος ψησίματος πριν το ξεφλούδισμά του, γεγονός που κατέστρεφε σημαντικά τη γλουτένη του καρπού του, καθιστώντας το ακατάλληλο για ψωμί με προζύμι. Έτσι το κριθαρένιο ψωμί θεωρούνταν, κατώτερης ποιότητας ψωμί και κατά συνέπεια ήταν το «ψωμί για τους σκλάβους» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αθήναιος (7, 304 b).

Σχετικές αγροτικές εργασίες


Σπορά:

Η σπορά έπρεπε να γίνει αφού είχαν πέσει οι πρώτες βροχές, ενώ ο σπόρος έπρεπε να μοιράζεται σωστά στα αδύναμα εδάφη λιγότερο και στα βαριά περισσότερο, με το σπόρο να είναι καλύτερος από την περσινή σοδειά. Απαραίτητο ήταν να γνωρίζει κανείς καλά τη σύσταση του εδάφους για να καλλιεργούνται κάτω από τις καλύτερες συνθήκες και με τη μεγαλύτερη απόδοση τα διάφορα είδη. Εάν οι ρίζες ξεγυμνώνονταν από τη βροχή έπρεπε να σκεπαστούν και να ξεριζωθούν τα αγριόχορτα. Σε κάθε περίπτωση, για όλα τα φυτά, το πότισμα, το σκάψιμο, το κλάδεμα, το κόπρισμα και η αφαίρεση των ξεραμένων μερών ήταν κοινά.

Θερισμός:

Ο θερισμός ήταν η συλλογή του καρπού μαζί με το στάχυ-άχυρο και γινόταν με τη χρήση του δρεπάνου, σε δύο ομάδες, ξεκινώντας από τα άκρα. Στους νεολιθικούς χρόνους ο θερισμός γινόταν κυρίως με δρεπάνι με οδόντες από πυριτόλιθο, ενώ αργότερα εδραιώθηκε η μεταλλική λεπίδα. Ο θερισμός έπρεπε να γίνεται όχι κόντρα στον άνεμο, ενώ το κόψιμο των σιτηρών έπρεπε να γίνετε χαμηλά για να υπάρχει περισσότερο άχυρο προς χρήση ή πάλι στο μέσον του στελέχους αν ήταν ψηλά, για να μην είναι κοπιαστικό το αλώνισμα.

Αλώνισμα:

Τα στάχυα που μόλις είχαν θεριστεί, δένονταν με τους αμαλλοδετήρες; και στη συνέχεια τα δεμάτια μεταφέρονταν στο αλώνι που ήταν χώρος ανοιχτός, κυκλικός, ισοπεδωμένος και περιφραγμένος σε περιοχή που φυσούσαν άνεμοι. Κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος τα στάχυα συνθλίβονταν είτε από τις οπλές των ζώων, που ήταν βόδια, ημιόνοι ή άλογα, είτε με χτυπήματα με ξύλινους κόπανους, που διέθεταν πριονωτή πλάκα στην κάτω πλευρά, ώστε να απελευθερωθούν τα σπέρματα, μέχρι να ξεχωρίσει δηλαδή ο χρήσιμος καρπός από τα άλλα μέρη του φυτού, τα άγανα, τα οποία χρησιμοποιούνταν στις ζωοτροφές.

Λίχνισμα:

Μετά το αλώνισμα ακολουθούσε το λίχνισμα, το επίμονο δηλαδή τίναγμα στον αέρα, ώστε να παρασυρθεί το άχυρο από τους καρπούς, ενώ έπειτα γινόταν η φύλαξη του καρπού χωρίς να προηγηθεί απομάκρυνση του κελύφους. Το λίχνισμα γινόταν με το πτύον αντίθετα από τη φορά του ανέμου, αλλά σε τέτοια λοξή θέση ώστε να μην έρχονται στα μάτια των λικμητήρων τα άχυρα ή με το καλάθι του λιχνίσματος, το λίκνον. Το λίκνο ήταν ένα ευρύ, πλεκτό κάνιστρο το οποίο κρατούσε ο αλωνιστής από τις λαβές ανακινώντας το έως ότου το σιτάρι αποχωριστεί από το άχυρο. Το καλό λίχνισμα εξαρτιόταν σημαντικά από την πνοή του ανέμου. Οι λιχνοφόροι γνωρίζουμε ότι μετέφεραν ως ιερό σκεύος το λίκνο στις γιορτές κυρίως του Διονύσου και της Αθηνάς. Από τον Ξενοφώντα (Oeconomicus, 18.1-9) πληροφορούμαστε ότι όταν οι λιχνιστές είχαν φτάσει να ξεχωρίσουν το μισό σιτάρι, ο καθαρός καρπός δεν έπρεπε να μείνει πολλή ώρα απλωμένος στο αλώνι, αλλά αμέσως έπρεπε να συγκεντρωθεί στο κέντρο σε όσο το δυνατόν πιο στενό μέρος.

(δείτε σχετική παράσταση από την αγγειογραφία)

Μετά το θερισμό:

Τα χέρσα χωράφια μετά το θερισμό μπορούσαν να καλλιεργηθούν κατά το ήμισυ ή το εν τέταρτο με όσπρια. Σύμφωνα με το Θεόφραστο τα κουκιά λειτουργούσαν ως καλό λίπασμα για τα χωράφια, ενώ τα ρεβίθια εξαντλούσαν τα εδάφη περισσότερο από όλα τα όσπρια. Οι εργασίες στα ακαλλιέργητα χωράφια κατά την περίοδο της αγρανάπαυσης περιελάμβαναν σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, το ανακάτεμα του χώματος την άνοιξη με ζιζάνια και άχυρα που λειτουργούσαν ως φυτικό λίπασμα. Ο ίδιος πρότεινε επίσης το όργωμα με το άροτρο το καλοκαίρι στη μέση της ημέρας για να έρθουν τα αγριόχορτα στην επιφάνεια να τα ξεράνει ο ήλιος και να ψηθεί η γη.

Αποθήκευση σιτηρών:

Μετά το λίχνισμα οι σωροί των αχύρων μεταφέρονταν στον αχυρώνα και ο καρπός αποθηκεύονταν. Η καλή φύλαξη των σιτηρών ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Τα σιτηρά έπρεπε να φυλάσσονται σε στεγνό χώρο για να μην σαπίσουν και αναπτυχθούν ζωύφια. Πιο συγκεκριμένα έπρεπε να διατηρούνται σε υγρασία 10 με 15% και σε θερμοκρασία κάτω από τους 16 βαθμούς Κελσίου, σε χώρο προστατευμένο από πουλιά και ζωύφια. Στην Όλυνθο, όπως πληροφορούμαστε από το Θεόφραστο, οι κάτοικοι πασπάλιζαν τα σπέρματα του σιταριού με ένα είδος χώματος για να συντηρηθούν. Η αποθήκευση γινόταν σε λάκκους, σιρούς, ή πίθους ή στους σιτοβολώνες, σιτοβόλιον, όταν επρόκειτο για μεγάλες ποσότητες που ανήκαν στο κράτος ή στα ιερά. Από την πρώιμη εποχή του χαλκού μαρτυρούνται μεγάλες υπόγειες σιταποθήκες κοινοτικής δικαιοδοσίας. Η μεταφορά των καρπών γινόταν συνήθως με υποζύγια. Μέσα σε αμφορείς επάνω σε γεωργική άμαξα που την έσερναν ημιόνοι σε χωράφι, αναγνωρίζεται η μεταφορά των σιτηρών σε μελανόμορφη κύλικα από το Μουσείο του Λούβρου.

Σκύφος με παράσταση λιχνίσματος


Χρονολόγηση

500 π.Χ.

Ζωγράφος – αγγειογράφος κτλ.

Ζωγράφος του Θησέα

Τόπος προέλευσης

Αττικό κεραμικό εργαστήριο – Cambridge, Arthur M. Sackler Museum

Γενική εισαγωγή

Πρόκειται για έναν αττικό μελανόμορφο σκύφο που φέρει μία μοναδική παράσταση λιχνίσματος και μετρήματος των σιτηρών στον αγρό.

Περιγραφή

Στις δύο κύριες όψεις λιχνιστές εργάζονται γύρω από το σωρό των σιτηρών στο αλώνι, δίπλα σε μία ερμαϊκή στήλη. Στην α΄ όψη δύο άνδρες με καλάθια μεταφέρουν ή φορτώνουν τα αλωνισμένα σιτηρά και δίπλα τους ένας ιματιοφόρος άνδρας στηρίζεται σε βακτηρία και χειρονομεί. Ο σωρός ονοματίζεται θωμός και περιλαμβάνει τον καρπό και τα αλωνισμένα χοντρά άχυρα που δεν παρασέρνει εύκολα ο αέρας. Στη β΄ όψη απεικονίζεται ο νέος σωρός με το πρώτο λίχνισμα που αποτελείται από τους καθαρούς κόκκους του σιταριού, τους πυρούς, ενώ ο επόπτης της εργασίας είναι πιθανόν ο ιδιοκτήτης του αγρού. Στις δύο πλαϊνές όψεις του αγγείου απεικονίζεται αποθηκευτικός αμφορέας τον οποίο κρατά νέος άνδρας ο οποίος μετρώντας πιθανόν τα σιτηρά, με τον ογκώδη αμφορέα, κάνει τη δουλειά του σιτομετρητή ή πυρομετρητή.

Βιβλιογραφία

Φριτζίλας Α. Σ., «Το λίχνισμα και το μέτρημα των σιτηρών στην αρχαία ελληνική τέχνη», 394-400, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, 2ο Διεθνές Συνέδριο, Πρακτικά, Αθήνα 2006.

Προϊστορικά Δρεπάνια


Τα δρεπάνια σχετίζονται με το θέρισμα, με μία δηλαδή πρωτογενή αγροτική δραστηριότητα. Στο Ακρωτήρι πέρα από τα δρεπάνια από πυριτόλιθο, έχουν σωθεί επίσης δρεπάνια από οψιανό και μέταλλο. Η παρουσία τους συναντάται κατά κύριο λόγο εκτός οικισμού, καθώς σχετίζονται άμεσα με υπαίθριες δραστηριότητες, ενώ η εύρεσή τους σε κάποιες περιπτώσεις και μέσα στους οικισμούς δηλώνει τη φύλαξη και τη συντήρησή τους. Τα δρεπάνια της Νεολιθικής περιόδου αποτελούν το πιο συχνό εύρημα εργαλείων των σχετικών οικισμών. Σε γενικές γραμμές τα εργαλεία αυτά έχουν μορφή:

Α) βαθμιδωτή και Β) ευθύγραμμη

Περιγραφή

Βαθμιδωτά δρεπάνια:

Τα βαθμιδωτά δρεπάνια έχουν τμήματα λεπίδων μικρού μήκους που τοποθετούνται λοξά ως προς τον επιμήκη άξονα του στελέχους. Η κατεύθυνση αυτή διαπιστώνεται με βάση τη στίλβη που αναπτύσσεται εγκάρσια προς τον επιμήκη άξονα του φορέα.

Ευθύγραμμα δρεπάνια:

Στα ευθύγραμμα δρεπάνια ενθέματα από λεπίδες μικρού ή μεγάλου μήκους τοποθετούνται με την κόψη παράλληλη προς τον επιμήκη άξονα του στελέχους, ώστε να σχηματίζεται μία συνεχής, ευθύγραμμη κόψη. Εδώ η στίλβη αναπτύσσεται παράλληλα προς τον επιμήκη άξονα του φορέα. Γενικά τα δρεπάνια με ευθύγραμμη κόψη κυριαρχούν στη νεολιθική εποχή.

Σε περίπτωση που στόμωναν οι λεπίδες από τη χρήση, ανανεώνονταν με επεξεργασία και αποκτούσαν πυκνές οδοντώσεις, ενώ συνήθως αναστρέφονταν στην εγκοπή του στελέχους ώστε να χρησιμοποιηθούν μέχρι εξαντλήσεως και οι κόψεις της λεπίδας.

Μεγάλη αλλαγή επήλθε στα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, καθώς εμφανίστηκαν μεγάλα οδοντωτά στοιχεία με αμφιπρόσωπη επιδρομική ή επικαλύπτουσα επεξεργασία. Αυτά κατασκευάζονταν σε μεγάλες φολίδες και για πρώτη φορά σε πλάκες πυριτόλιθου.

Η μορφή των δρεπανιών με τα μεγάλα γεωμετρικά αμφιπρόσωπα στοιχεία συνεχίζεται και κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Ο φορέας δεν είναι πια οι κανονικές στενές λεπίδες, αλλά μεγάλες φολίδες και συχνά πλακέτες πυριτόλιθου οι οποίες διατηρούν το φλοιό στις δύο όψεις.

Υλικό κατασκευής:

Όλα τα δρεπάνια της Νεολιθικής και της Πρώιμης Εποχής Χαλκού γίνονται σχεδόν εξολοκλήρου από πυριτόλιθο. Ο μηλιακός οψιανός χρησιμοποιείται σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Η λεπίδες από πυριτόλιθο καλής ποιότητας θα πρέπει να ήταν βασικά προϊόν ανταλλαγής, μέσω ενός σχετικού υπάρχοντος δικτύου επαφών.

Βιβλιογραφία

Μουνδρέα Αγραφιώτη Α., «Αγροτικές καλλιέργειες, μεταποίηση αγροτικών προϊόντων και λίθινα εργαλεία στο Ακρωτήρι της Θήρας», 469-484, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία και Τεχνική από την προϊστορική μέχρι την ελληνιστική περίοδο με έμφαση στην προϊστορική εποχή, Πρακτικά Συνεδρίου, 2004.

Η καλλιέργεια των δέντρων


Τα δέντρα κατά καιρούς ανανεώνονταν και φυτεύονταν νέα. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι εάν το μόσχευμα δεν είχε ρίζες ή το κάτω τμήμα του κορμού, το ξύλο θα έπρεπε να σχίζεται και να φυτεύεται βάζοντας πάνω του μία πέτρα. Τα δέντρα τα οποία φυτεύονταν με κομμάτια από το στέλεχος, έπρεπε να έχουν μήκος τουλάχιστον μία σπιθαμή, να διατηρούν το φλοιό τους και να φυτεύονται με το κομμένο μέρος προς τα κάτω. Από τα κομμάτια αυτά αναπτύσσονταν βλαστοί που χρειάζονταν, καθώς μεγάλωναν, νέο χώμα μέχρι την πλήρη ανάπτυξή τους. Ο Ξενοφών συστήνει το σκάψιμο βαθιών λάκκων για την ελιά και το δέσιμο των βλασταριών σε υποστηρίγματα.

Για να γίνει ένα άγριο δέντρο ήμερο, χρησιμοποιούνταν δύο είδη μπολιάσματος, το ενοφθαλμίζειν; και το φυτεύειν. Η πρακτική του φυτέματος των πυρήνων αποφεύγονταν γιατί αργούσε πολύ να αναπτυχθεί το νέο δέντρο, ενώ ήταν και κατώτερο από το παλιό.

Η κοπριά που χρησιμοποιούνταν ήταν ή ζωικής προέλευσης ή φυτικής, από άχυρα, φύλλα, χόρτα και λάσπη. Κάποια δέντρα απαιτούσαν ελαφριά κοπριά και κάποια καυστική. Ο Θεόφραστος αναφέρει πως η ελιά, η μυρτιά και η ροδιά απαιτούσαν την πιο καυστική κοπριά και το περισσότερο νερό. Η καλύτερη κοπριά θεωρούνταν του ανθρώπου, δεύτερη των χοίρων και έπειτα των αιγοπροβάτων, των βοδιών και των υποζυγίων. Επειδή η κοπριά έκαιγε τα σπαρτά, πιθανόν στην περίπτωση αυτή να χρησιμοποιούνταν φυτική κοπριά και στις δεντροκαλλιέργειες να χρησιμοποιούνταν ζωική.

Παρασκευή αλεύρου


Πριν από τη χρήση των ζώων στην αλεστική διαδικασία, όλες τα σχετικά στάδια υλοποιούνταν με τα χέρια, από τον άνθρωπο. Για να προκύψει καθαρός, ο καρπός θα έπρεπε πρώτα να καθαριστεί σε ένα χειροκίνητο μύλο και είτε να βράσει για να παράγει το χυλό βρώμης, είτε να ζυμωθεί και να παράγει το ψωμί. Εάν επρόκειτο για κριθάρι, τρεις διαδικασίες προηγούνταν του αλέσματος: το καβούρδισμα ή στέγνωμα, το ξεφλούδισμα με το γουδί και το γουδοχέρι, το κοπάνισμα και τέλος το κοσκίνισμα για να παραχθούν αποφλοιωμένοι και αλεσμένοι κόκκοι.

Τα πρωτόγονα είδη σίτου αποφλοιώνονταν με περαιτέρω σύντομη φρύξη σε φούρνο, λειοτρίβηση σε ρηχό, πέτρινο ή ξύλινο ιγδίο και νέα κοσκίνιση. Σε αρχαιότερες φάσεις οι σπόροι τοποθετούνταν στην κοιλότητα μιας αβαθούς λεκάνης από ηφαιστιογενή πέτρα και υφίσταντο παλινδρομική επεξεργασία σε κυλινδρικό ή σφαιρικό τριπτήρα. Καθώς όμως ο κόπος ήταν δυσανάλογος του αποτελέσματος, η χρήση αυτών των εργαλείων αντικαταστάθηκε από τη χρήση των μύλων.

Ο Πλίνιος εξηγεί σχετικά ότι οι καρποί κοπανιούνταν σε ένα ξύλινο γουδί για να απομακρυνθεί ο φλοιός τους, αλλά ταυτόχρονα για να αποφευχθεί η κονιορτοποίηση η οποία προέκυπτε από τη χρήση του πέτρινου γουδιού. Μετά από αυτό οι καθαροί πια καρποί κοπιανιούνταν για να κομματιαστούν με τον ίδιο επίσης τρόπο και με το ίδιο εργαλείο. Το ξύλινο γουδί αποτελούσε ένα κοίλο δοχείο, στερεωμένο επάνω σε βάση, ενώ το γουδοχέρι λέπταινε στις άκρες του με μία χαραγμένη λαβή στη μέση. Σε γενικές γραμμές το σιτάρι στα κλασικά χρόνια κοσκινίζονταν μόνο μία φορά, ενώ επαναλαμβανόμενο άλεσμα και κοσκίνισμα, γινόταν μόνο σε εξαίρετες περιπτώσεις, όπως μαρτυρούν σχετικά οι πηγές. Το αρχαίο αλεύρι ήταν άλλωστε υποδεέστερο σε χρώμα και ποιότητα από το αντίστοιχο σημερινό, ενώ ακόμη και μετά την άλεση περιείχε διάφορες ακαθαρσίες του καρπού, κάποιες μάλιστα από τις οποίες δηλητηριώδεις και κάποιες επιβλαβείς για τα δόντια.

Πέρα από το γουδί, το άλεσμα γινόταν στις μυλόπετρες. Ιδιαίτερα πολλές είναι οι αρχαίες μυλόπετρες οι οποίες ανακαλύφθηκαν από τις ανασκαφές, καθώς επίσης και τα κομμάτια των μύλων ή οι σχετικές αναπαραστάσεις με τη μορφή ειδωλίων. Με βάση αυτά τα υλικά κατάλοιπα μπορεί να διαμορφωθεί μία ικανοποιητική εικόνα σε σχέση με τα είδη των σχετικών εργαλείων, τις ανάλογες με αυτά διαδικασίες, καθώς και σε σχέση με την εξέλιξη και το πέρασμα από το χειρόμυλο στον τεχνολογικά πιο εξελιγμένο υδρόμυλο. Παράλληλα, διαπιστώνει κανείς τη σταδιακή εξασφάλιση μίας πιο ομαλής ροής του καρπού στο μύλο, καθώς και την αύξηση της ποσότητας του υλικού προς άλεση. Η εισαγωγή της περιστρεφόμενης κίνησης στην όλη διαδικασία της άλεσης, έφερε πολλά θετικά αποτελέσματα στη σχετική τεχνολογία, παρέχοντας τη δυνατότητα ζεψίματος πολύ ισχυρής ζωοκίνητης δύναμης.

Ο αρχαίος μυλωνάς δεν διέθετε φυσικά έναν σύγχρονο εξοπλισμό, αλλά μηχανήματα σχετικά απλά με πέτρινες μυλόπετρες, αρκετά πρωτόγονες σήτες, αγγεία για τη μέτρηση της ποσότητας του καρπού, καλάθια και άλλα αντίστοιχα αντικείμενα. Η εμφάνιση του επαγγέλματος του μυλωνά δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη μία καλύτερη και ποιοτικότερη αλεστική διαδικασία.

Μύλοι


Περιστρεφόμενος Χειρόμυλος

Ο περιστρεφόμενος χειρόμυλος ήταν ο πρώτος απ’ όλους τους μύλους αλέσματος, αλλά δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες για τη χρονολόγησή του. Η διαδικασία του αλέσματος στο χειρόμυλο αφορούσε το άλεσμα ανάμεσα σε ένα ζεύγος στρόγγυλων, επίπεδων μυλοπετρών, όπου το άλεσμα πραγματοποιούνταν ανάμεσα στην άνω κοίλη πέτρα και την κάτω κυρτή. Η όλη κίνηση ήταν επαναλαμβανόμενη, με τον χειριστή να ρίχνει με το ένα του χέρι καρπό μέσα από ένα στενό άνοιγμα στην άνω πέτρα, κουνώντας με το άλλο χέρι κυκλικά την άλλη με τη βοήθεια μίας κάθετης, ξύλινης λαβής που ήταν ενσωματωμένη εκεί. Οι δύο επιφάνειες επέτρεπαν στον καρπό να περνά ξανά και ξανά ανάμεσά τους μέχρι να καταστεί λεπτόκκοκο το προϊόν.

Περιγραφή

Ο περιστρεφόμενος χειρόμυλος συνίσταται σε ζεύγος λίθων κοίλου και κυρτού αντιστοίχως σχήματος, οι οποίοι συνδέονται με κεντρικό άξονα και απέχουν περί τα τρία χιλιοστά μεταξύ τους. Οι σπόροι εισδύουν στην αλεστική ζώνη από οπή στο μέσον του συστήματος και συνθλίβονται με περιστροφή του άνω λίθου. Προϊούσα άλλωστε συσσώρευση αλεύρου στο κενό μεταξύ των δύο πλακών ελαττώνει τις τριβές και διευκολύνει τη λειτουργία της συσκευής. Η ταχύτητα της κίνησης και το πάχος του μεσοδιαστήματος προσδιορίζουν την υφή του προϊόντος, καθώς βραδύτερη περιστροφή και στενότερη συνάφεια καθιστούν το προϊόν πιο λεπτόκοκκο.

Ένα σύνολο τεχνολογικών εξελίξεων οδήγησαν στην εισαγωγή των ζώων για τη μετακίνηση της άνω μυλόπετρας, ενώ έπειτα η εισαγωγή ενός γραναζιού ιδιαίτερα απλής μορφής οδήγησε στην εμφάνιση του νερόμυλου ο οποίος εκμεταλλεύονταν το νερό για τη μετακίνηση της άνω μυλόπετρας από το κέντρο της.

Μυλόλιθοι προϊστορικής Θήρας

Οι μυλόλιθοι που έχουν έρθει στο φως στο Ακρωτήρι αντιπροσωπεύουν το 37% των εργαλείων από αδρό λίθο στον προϊστορικό οικισμό. Η άλεση στο Ακρωτήρι γινόταν μέσα από ένα ζεύγος εργαλείων, τους μυλόλιθους.

Περιγραφή

Οι μυλόλιθοι ήταν κατασκευασμένοι από πυροξενικό ανδεσίτη, ένα τεφρόμαυρο ηφαιστειακό πομφολυγώδες πέτρωμα, από το άμεσο γεωλογικό περιβάλλον του οικισμού και αποτελούνταν από δύο εργαλεία που λειτουργούσαν συμπληρωματικά. Το κάτω σταθερό ανακρουστικό στοιχείο είχε το μεγαλύτερο μήκος και πλάτος και αποτελούσε μία επίπεδη αλεστική επιφάνεια με ελλειπτικό και επίμηκες περίγραμμα. Η επιφάνεια αυτή λειαίνονταν σταδιακά και από τη χρήση. Το επάνω κινητό μέρος του μυλόλιθου ονομαζόταν όνος και έχει τα ίδια σχεδόν τεχνομορφολογικά χαρακτηριστικά με το κάτω, αλλά σε μικρότερη διάσταση. Ο όνος ήταν αυτός που κινούνταν στην επιφάνεια του κάτω ανακρουστικού στοιχείου με ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση με την ενεργή του επιφάνεια να αποκτά κυρτή διατομή, συμπληρωματική προς την κοίλανση του ανακρουστικού μυλόλιθου. Οι μυλόλιθοι του Ακρωτηρίου ήταν δύο ειδών:

Α) Φορητοί Μυλόλιθοι

Οι φορητοί μυλόλιθοι ήταν συνήθως μικρών διαστάσεων, μεταφέρονταν εύκολα και έχουν έρθει στο φως σε διάφορους χώρους των οικιών του οικισμού, στα ισόγεια ή τους ορόφους.

Β) Σταθεροί Μυλόλιθοι

Πρόκειται για ογκώδη εργαλεία, τα οποία ενσωματώνονταν στην επικλινή επιφάνεια ενός κτιστού θρανίου, στο ισόγειο των κτιρίων. Η παρουσία τους μαρτυρεί την οργάνωση ως προς τη διαδικασία της άλεσης και την παραγωγικότητα των εργαλείων. Ο αλεστής εδώ δουλεύει όρθιος στο υπερυψωμένο θρανίο, ενώ στους φορητούς δουλεύει καθιστός.

Οι σταθεροί μυλόλιθοι ενσωματώνονταν στα κτιστά θρανία και διέθεταν μεγάλη αλεστική επιφάνεια. Μάλιστα συχνά δίπλα στην κύρια αλεστική επιφάνεια προστίθετο κατά τον άξονα του μήκους, ένας ειδικά διαμορφωμένος μυλόλιθος (εικ. 7/8). Έτσι η διαδικασία της άλεσης οργανώνονταν διαφορετικά, αποκτώντας άλλη διάσταση και μάλιστα μία συγκεκριμένη θέση μέσα στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτιρίου, συνήθως σε επαφή με την είσοδο του κτιρίου, ως χώρος ανεξάρτητος από τους χώρους αποθήκευσης των καρπών και τα μαγειρεία. Στον αλεστικό αυτό πάγκο θα εργάζονταν ταυτόχρονα τρία διαφορετικά άτομα, ενώ σε μεγάλη λίθινη λεκάνη θα γινόταν το κοπάνισμα των καρπών.

Η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αλεσμένων προϊόντων θα μπορούσε να υποδεικνύει μία σχετική επαγγελματική δραστηριότητα, πέρα από την απλή οικιακή κατανάλωση.

Χρήση

Οι αλεστικοί μυλόλιθοι χρησιμοποιούνταν για την αλευροποίηση των σιτηρών και των οσπρίων. Οι μυλόλιθοι αποτελούσαν τα βασικά εργαλεία άλεσης των σιτηρών με παλινδρομική κίνηση.

Η αλευροποίηση ήταν η τελευταία φάση μιας διαδικασίας που περιλάμβανε τον διαδοχικό καθαρισμό του καρπού, μετά το θέρισμα και το αλώνισμα. Τα περισσότερα στάδια του καθαρισμού των καρπών γινόταν εκτός οικισμού, ενώ οι τελευταίες φάσεις της αποφλοίωσης τόσο του κριθαριού, όσο και του σιταριού, γινόταν μέσα στα σπίτια. Οι μυλόλιθοι σχετίζονταν με την αλευροποίηση των σιτηρών, αλλά και των οσπρίων ενώ κατά τη διαδικασία της άλεσης από την αμοιβαία τριβή των επιφανειών, αλλά και από το πυρίτιο των σιτηρών, δημιουργούνταν έντονη στίλβωση της επιφάνειας. Πριν από την άλεση δεν γινόταν μάλλον συστηματική αποφλοίωση.

Τα δημητριακά που καταναλώνονταν στο Ακρωτήρι κυρίως το κριθάρι και περισσότερο το μονόκοκκο σιτάρι, καθώς επίσης και το λαθούρι, αποθηκεύονταν κοπανισμένα ή αλευροποιημένα σε αγγεία στο ισόγειο αλλά και στον όροφο των κτιρίων.

Ο ζωοκίνητος αλευρόμυλος

Οι αυξανόμενες σιτιστικές ανάγκες ήταν αυτές που οδήγησαν στην υιοθέτηση των μεγάλων ζωοκίνητων μύλων.

Περιγραφή

Ο ζωοκίνητος αλευρόμυλος αποτελούνταν από μία κωδωνόσχημη κάτω μυλόπετρα η οποία παρέμενε στάσιμη, και η οποία ήταν αυλακωτή στην εξωτερική πλευρά της, καθώς και εγκατεστημένη μέσα στη λεκάνη υποδοχής του αλεύρου. Σχεδόν σε επαφή μαζί με τη σταθερή αυτή μυλόπετρα βρισκόταν η εσωτερική πλευρά της δεύτερης μυλόπετρας η οποία είχε μορφή κώδωνα και περιστρεφόταν περί τον άξονά της. Οι δύο λίθοι ήταν τελείως συναρμοσμένοι κατά το σχήμα, γεγονός που δεν επέτρεπε αυξομειώσεις του μεσοδιαστήματός τους.

Τα ζώα που χρησιμοποιούνταν για την όλη αυτή κατασκευή ήταν ώνοι, ημιόνοι ή γερασμένα άλογα. Το σιτάρι διοχετεύονταν μέσα στην κατασκευή από ένα χωνί, αλέθονταν καθώς γλιστρούσε ανάμεσα στην άνω και κάτω πέτρα, ενώ κάτω στη βάση συγκεντρώνονταν το αλεύρι.

Ο υδρόμυλος

Ο υδρόμυλος υπήρξε η μηχανή που απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την επίπονη αλευροπαρασκευαστική εργασία. Γνωστή στην Ιωνία από τα ελληνιστικά χρόνια, η μηχανή υιοθετήθηκε σταδιακά σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο με δύο διαφορετικές μορφές: μία πιο απλή στα ανατολικά με οριζόντιο εσωτερικό τροχό και μία των ρωμαϊκών χρόνων με μεγάλη όρθια εξωτερική φτερωτή.

Περιγραφή

Παρά τη χαμηλότερη απόδοσή του, ο πρώτος τύπος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στις ελληνικές περιοχές της Μεσογείου, καθώς απαιτούσε μικρότερη ροή ύδατος. Ο υδρόμυλος συνιστά μία πρωτοποριακή εφαρμογή οδοντωτού συρμού στη μετάδοση ισχύος. Φέρει φατνώματα τα οποία ωθούνται από το ρεύμα του νερού και προκαλούν την περιστροφή. Κάθετο οδοντωτό τύμπανο είναι συνδεδεμένο με τη φτερωτή και μεταδίδει την κίνηση αρχικά σε μικρότερο τύμπανο με οριζόντια οδόντωση και περαιτέρω σε μυλόπετρα. Η απόσταση μεταξύ του κάτω σταθερού και του πάνω κινητού λίθου, αλλά και η ταχύτητα περιστροφής ρυθμίζονται κατά περίπτωση. Σωληνώσεις διοχετεύουν το νερό από μεγάλο συχνά υψόμετρο, εκμεταλλευόμενες τη δυναμική ενέργεια της πτώσεώς του.

Η χρήση της δύναμης του νερού στη χρονοβόρα αλλά και κοπιαστική διαδικασία παραγωγής του αλεύρου, ήταν μία σημαντική τεχνολογική πρόοδος.

Πηγές

Ο Βιτρούβιος (De Arch. 10.5.2) περιγράφει τον υδρόμυλο ως εξής:

Οι υδρόμυλοι κινούνται με βάση τις ίδιες αρχές και έχουν την ίδια κατασκευή με τον υδροτροχό, με εξαίρεση το ότι στο ένα άκρο του άξονα είναι προσαρμοσμένος ένας οδοντωτός τροχός. αυτός είναι τοποθετημένος κάθετα στην άκρη του και περιστρέφεται με τον τροχό. Κοντά στον τροχό υπάρχει ένας άλλος ακόμη μεγαλύτερος, με παρόμοιους οδόντες, τοποθετημένος οριζόντια, που έρχεται σε επαφή με τον πρώτο τροχό. Με τον τρόπο αυτό οι οδόντες του τροχού που είναι προσαρμοσμένοι στον άξονα, παρασύροντας τους οδόντες του οριζόντιου τροχού, θέτουν σε λειτουργία τις μυλόπετρες. Ένα χωνί που είναι τοποθετημένο επάνω από το όλο μηχάνημα, τροφοδοτεί με την πρώτη ύλη και έτσι παράγεται το χονδράλευρο.

Ζύμωση – ψήσιμο


Στο επόμενο στάδιο της αλευροποιητικής διαδικασίας, το αλεύρι κοσκινίζονταν και ζυμώνονταν. Αξιοπρόσεκτη ήταν η σχετική συσκευή των ρωμαϊκών χρόνων, αποτελούμενη από πέτρινο κυλινδρικό υποδοχέα, με εσωτερικές προεξοχές, που περικλείονταν από κάθετο άξονα με ανάλογες εγκοπές. Νερό, άλευρο και τυχόν μαγιά, ώστε να διασφαλιστεί η εξόγκωση του προϊόντος πλάθονταν με την περιστροφή του άξονα και η ζύμη εξέρχονταν από οπή κοντά στον πυθμένα.

Η τελευταία φάση της όλης διαδικασίας είχε να κάνει με το ψήσιμο της ζύμης, σε οβελούς, εσχάρες, ιπνούς και κλιβάνους. Ήδη από τον 5ο αιώνα υπάρχουν μαρτυρίες ότι υπήρχαν φούρνοι που πουλούσαν ψωμί, ενώ από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια σώζονται πήλινα ομοιώματα φούρνων ή ειδώλια γυναικών που ζυμώνουν. Αρτύματα, πιπέρι, σπόροι μήκωνος, σισάμι, άνιθος προσέδιδαν στο ψωμί ποικιλία και αρώματα. Ο αγοραίος άρτος διακινούνταν σε κοφίνια.

Το ψωμί


Η κατανάλωση ψωμιού από σιτάρι, βασικό συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής διατροφής, αποτέλεσε μία σημαντική πολιτισμική πρόοδο και από άποψη κατανάλωσης τροφής, αλλά και από άποψη παραγωγής και τεχνικών μέσων. Πρωτίστως προϋπέθετε τη μετατροπή των εκτάσεων φτωχού, καυστικού και δασώδους ενίοτε εδάφους σε καλλιεργήσιμη έκταση κατάλληλη για την καλλιέργεια γυμνού σπόρου σιταριού. Βασικός παράγοντας επίσης υπήρξε η συγκέντρωση του νερού, η οποία στην κλασική Ελλάδα βασίζονταν στις βροχές του χειμώνα και της άνοιξης για να καλυφθούν οι ανάγκες του ξηρού καλοκαιριού. Η άρδευση γενικά δεν ήταν το δυνατό σημείο της ελληνικής αλλά και ρωμαϊκής γεωργίας και παρόλο το γεγονός ότι υπήρχαν οι σχετικές τεχνικές γνώσεις, άρδευση με κανάλια και φράγματα χρησιμοποιούνταν σε ελάχιστες περιπτώσεις, συμπληρωματικά της ξηροκαλλιέργειας.

Η λέξη ψωμί ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα ψώω δηλαδή τρίβω, αλέθω, ή από το ψωμίζω δηλαδή τρέφομαι βάζοντας μικρά κομματάκια στο στόμα. Καθώς το ψωμί για τους αρχαίους Έλληνες ήταν το βασικό προϊόν κατανάλωσης, με τη λέξη άρτος εννοούσαν και το ψωμί αλλά και το φαγητό γενικά. Ο Ιπποκράτης αναφέρει διάφορα είδη ψωμιού από σιταρένιο αλεύρι, κοσκινισμένο ή μη, με προζύμι ή χωρίς, με πίτυρα, με πλιγούρι, με μέλι και τυρί, λάδι, παπαρούνα, σουσάμι. Ο Αθήναιος αναφέρεται σε 72 είδη ψωμιού. Η σπανιότητα του σιταριού και η μεγάλη θρεπτική του αξία είχαν σαν αποτέλεσμα σταρένιο ψωμί να τρώνε βασικά άτομα ιδιαίτερης κοινωνικής θέσης, σε αντίθεση με τον απλό λαό που τρέφονταν με κριθαρένιο ψωμί.

Είδη ψωμιού με βάση τον Αθήναιο:

Απαλός άρτος: 113Β:

«στους Έλληνες κάποιο είδος άρτου ονομάζεται απαλός, επειδή παρασκευάζεται από λίγο γάλα και λάδι και αρκετό αλάτι»

Αρτολάγανον 113 D:

«στο επονομαζόμενο αρτολάγανον προσθέτουν λίγο κρασί, πιπέρι, γάλα και λίγο λάδι ή λίπος»

Στρεπτικός άρτος 113 D:

«ο στρεπτίκιος άρτος αποτελείται επιπλέον από λίγο γάλα, όπου προστίθεται πιπέρι και λίγο λάδι ή λίπος»

Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας «ΝΟΗΣΙΣ»