(*Κ.Π. Καφάβης: Απολείπειν ο θεός Aντώνιον)

Τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί η ύπαρξη ενός συστήματος Παιδείας στείρου, αποστεωμένου, μία γεννήτρια νεογενίτσαρων και νέων χωρίς πνευματικά και ηθικά εφόδια. Δημιούργησαν γενεές πολιτών που θεωρούν την «εκπαίδευση» (Σχολική και Πανεπιστημιακή) και τον «πολιτισμό» ως βαρετά, ανούσια και παρωχημένα. Πλέον οι νέοι μαθαίνουν παπαγαλία τα ιστορικά γεγονότα, οι διδάσκοντες επιμένουν σε γελοίες ιστορικές αναφορές, χωρίς όμως κανείς να μπορεί να απαντήσει ή να εμβαθύνει σε πραγματικά ορθολογικά ζητήματα όπως «ποιες είναι οι δυτικές αξίες που ξεκίνησαν από τους Έλληνες ;», «γιατί οι Αθηναίοι χρηματοδοτούσαν θεατρικές παραστάσεις ;», «γιατί κατάφερε ο ολιγάριθμος ελληνικός λαός να είναι από τους μακροβιότερους χρονικά πολιτισμούς ;» Πως καταφέραμε από σκεπτόμενοι Έλληνες, με κληρονομιά τα έπη του Ομήρου, να καταντήσουμε να «σκοτώσουμε τον Όμηρο» (Hanson & Heath, Homer 2009), να παραχωρούμε την ηθική και νοητική μας ουσία, την ίδια την ελευθερία μας και πηγή του πολιτισμού μας σε αλαζόνες, μικρόψυχους και στενόμυαλους «ηγέτες»; Εάν επιδιώκουμε ως Πολιτεία την ανάσταση της Κλασικής παιδείας και της ελληνικής σοφίας, εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να σκεπτόμαστε ως Έλληνες παράγοντας Πολιτισμό, ελευθερία πνευματικών οντοτήτων και πνευματική τροφή επιβάλλεται να αναθεωρήσουμε την Εκπαίδευση μας, από την πρωτοβάθμια μέχρι την τριτοβάθμια, να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο των Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού.

Εικόνα 1 Ιλιάδα, Κώδικας F205 – Μιλάνο, Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη (LGPN)

Καταφέραμε να γνωρίζουμε ελάχιστα για τους αρχαίους Έλληνες, και σπάνια ως καθόλου, να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε σαν εκείνους. Καταντήσαμε να είμαστε αποτυχημένοι ως Έλληνες, ως Ελληνικό Κράτος, και ως διαχειριστές της σοφίας και του πολιτισμού μας. Πλέον, γινόμαστε περήφανοι από μεμονωμένες επιτυχίες αθλητών ή επιστημόνων (που στο κάτω κάτω αγωνίζονται για τον εαυτό τους, χωρίς όμως να μην επιδιώκουν την Εθνική υπερηφάνεια και προβολή). Είναι ζωτικού ενδιαφέροντος η ελληνική παιδεία, διότι οι δυτικοί θεσμοί και ο δυτικός υλικός/άυλος πολιτισμός πηγάζουν από την Ελλάδα και κατακλύζουν τον κόσμο. Έννοιες όπως ελεύθερη αγορά, τεχνολογία, δικαιώματα, υποχρεώσεις, ελευθερία λόγου, δημοκρατία (και στρατιωτική δυναμοκρατία), ατομικότητα είναι επιθυμητές από όλους, αναγκαίες και επιθυμητές, που έχουν την ρίζας τους στους Έλληνες. Απολεσθείσης  της ελληνικής μας γνώσης και σοφίας, ενώ παγκόσμια η υλική μας πολιτιστική κληρονομιά έχει σαρώσει,  φαντάζει τραγικό και συνάμα ειρωνικό. Οι Έλληνες έδωσαν τα εργαλεία για να βελτιώσουμε τον υλικό και πνευματικό κόσμο, μας προίκισαν με την ενόραση να παρατηρούμε και να κριτικάρουμε την πρόοδο του πολιτισμού, καταφέρνοντας να αναπτύξουμε τα εργαλεία αυτά αλλά αγνοώντας το δεύτερο. Οι σύγχρονοι προβάλαμε τον υλισμό, τον υλικό πλούτο ενώ ταυτόχρονα στερέψαμε πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά. Μαραζώσαμε δημιουργώντας παιδιά που ασφυκτικά περιπλανώνται άσκοπα αναζητώντας το νόημα του σήμερα, που επιδιώκουν την ανάπτυξη των ικανοτήτων και της ταυτότητας τους. Προκαλέσαμε ρήξη θεσμών και δεσμών, της οικογένειας, της θρησκείας, της πολιτικής και του κοινοβουλευτισμού τον σε δημοκρατικό κακέκτυπο. Διαλύσαμε σταθερά αξιακά μοτίβα συμπεριφοράς και απομακρυνθήκαμε από ηθικά κοινωνικά συστήματα.

Αναφερόμενοι στον Πολιτισμό που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στον Αιγαιακό χώρο της ανατολικής Μεσογείου από τα Ελληνικά φύλα, οφείλουμε να τονίσουμε ότι οι κεντρικές αξίες του, αξίες που ωρίμασαν  στην Κλασική Ελλάδα είναι μοναδικές, αμετάβλητες και μη πολυπολιτισμικές. Έννοιες όπως «πόλις», «διακυβέρνηση», «νομοθεσία», «δήμος», «σεισάχθεια», «ευνομία» και πολλές άλλες που αναφέρονται στην Πολιτεία, την λαϊκή κυριαρχία και την Κοινωνία δεν αποτελούν ασιατική ή αφρικανική έμπνευση, και εμφανίστηκαν εκεί πολύ αργότερα από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό που εδώ συντελέστηκε, διότι οι πολιτισμοί των περιοχών αυτών είχαν εκ διαμέτρου αντίθετη προσέγγιση (ανατολική προσέγγιση)  στην διακυβέρνηση, τη θρησκεία, την λογοτεχνία, τα πολιτικά δικαιώματα, την ιδιότητα του πολίτη και την λογοτεχνία. Ακόμα και στις επιστήμες ή τον πόλεμο. Η απομάκρυνση των πολιτών από την μελέτη της ηθικής και φιλοσοφικής προσέγγισης του ανθρώπου, όπως διαμορφώθηκε την Κλασική εποχή, προκαλεί μια γενικευμένη υποκρισία στον τρόπο ζωής, μία ασάφεια στη γλώσσα και την έκφραση. Μεγάλη ευθύνη σε αυτό έχει διαδραματίσει η Ελληνική και Ξένη Ακαδημαϊκή Κοινότητα (μέρος αυτής) που για λόγους υπεροψίας, οκνηρίας, αυταρέσκειας ή και ακόμα καθαρά συμφερόντων (πολιτικών, ακαδημαϊκών-προσωπικών) νόθευσαν και κατέστρεψαν την Ελληνική ιστορία, διαδίδοντας τον «σεξιστικό» και «ρατσιστικό» χαρακτήρα των Ελλήνων.  

Εικόνα 2 Σοφοκλέους Τραγωδίαι. Franciscum Raphelengium 1593 (Uni. Otago)


Οι σύγχρονοι Θεωρητικοί και Ερμηνευτές του Κλασικού Πολιτισμού, αυτοαποκαλούμενοι ως αυθεντίες, δημιούργησαν μία ναρκισσιστική στάση με καθαρά αναρριχητικές βλέψεις στην Ακαδημαϊκή βαθμίδα και οπαδούς νεαρούς φοιτητές που ρουφούν σαν σφουγγάρι, τις «πρωτότυπες, αυθεντικές» ιδέες των καθηγητών τους χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν τα όσα διδάσκονται, καθιστώντας έναν ροφό πνευματικά ανώτερο τους. Πολλοί νεαροί μελετητές που διψούν για την έρευνα του ελληνικού φαινομένου καταλήγουν σε λοβοτομημένες και άμορφες δημοσιεύσεις που αναμασούν και επαναφέρουν τις ίδιες θεωρίες χωρίς να δίνουν απαντήσεις ή να αναλύουν τον πραγματικό κόσμο των αρχαίων ή τη σχέση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τις σημερινές δυτικές συνθήκες και αξίες, καταφέρνοντας να δημιουργήσουν μόνο μία κακή και κατά παραγγελία αναπαραγωγή παγιωμένων απόψεων απαξιώνοντας και περιφρονώντας ό,τι νέο έχει προκύψει από έρευνες.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, Ακαδημαϊκοί και Πολίτες, ειδικοί και μη, να μην σκεφτόμαστε και ενεργούμε ως Πνευματικά όντα με τόσο μεγάλη φιλοσοφική κληρονομιά. Σε μια εποχή με τόση διαθέσιμη ελληνική φιλοσοφία και σοφία και ένα πραγματικά υπερβολικό αριθμό  ποιοτικών και προσιτών μεταφράσεων και μελετών για αυτήν, και δεν μπορούν οι νέοι να μορφωθούν... Η βαθιά γνώση των ομηρικών επών, στάθηκε για τους αρχαίους το εφαλτήριο για να «εκπολιτιστούν», να διευρύνουν τον φιλοσοφικό κόσμο τους, να κρίνουν και να αποδοκιμάσουν τους Θεούς τους, να αναπτύξουν την πολιτεία, να μελετήσουν τη φυσική και μεταφυσική δραστηριότητα, και εκεί στηρίχθηκαν στα ομηρικά πρότυπα, εξετάζοντας τον ενάρετο βίο, την ιδανική πολιτεία και τα ηθικά και αξιακά ζητήματα. Από την εποχή της Αναγέννησης (κίνημα αναγεννησιακού ουμανισμού) και του Διαφωτισμού μέχρι σήμερα, στις Κλασικές σπουδές και Θεωρητικές προσεγγίσεις του όρου «ανθρωπιστής», ως το ιδανικό του καλλιεργημένου, μορφωμένου, και υπευθύνου πολίτη ορίζεται ο διαποτισμένος με κλασική ελληνική σοφία, που έχει διδαχθεί, αναπτύξει και μετουσιώσει με μια δομημένη και προσεγμένη μάθηση. Αυτή την προσέγγιση ανέλυσαν και υποστήριξαν διανοούμενοι όπως οι Πουσέν Νικολά (Nicolas Poussin,1594-1665), Έρασμος (Desiderius Erasmus Roterodamus,1466-1536), Άλδος Μανούτιος (Aldus Pius Manutius,1452-1515), Φραντσέσκο Πετράρκα (Francesco Petrarca,1304-1374), Βοκάκιος (Giovanni Boccaccio,1313-1375), Βησσαρίων Τραπεζούντιος (Basilios Bessarion ,1403-1472), Θεόδωρος Γαζής (Theodore Gazis,1398-1475).

Εικόνα 3 Μανουήλ Χρυσολωράς (1355-1415) Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης (Alfred Gudeman: Imagines philologorum, Berlin/Leipzig 1911)


Η επιρροή του Ελληνικού πολιτισμού αντικατοπτρίζεται και στην Λατινική Λογοτεχνία η οποία ξεκινάει με διασκευή της Οδύσσειας από τον Έλληνα Λίβιο Ανδρόνικο (L. Andronicus 284-205 π.Χ), την Odusia, ακολουθούμενη και από άλλα έργα (Αινειάδα Βιργίλιου) επηρεασμένα από την ελληνική λογοτεχνία. Παρόλη τη αμφισβήτηση, συκοφαντία και κριτική που δέχθηκε ο ελληνικός πολιτισμός από τους Λατίνους και Ρωμαίους συγγραφείς,  η «ξένη ελληνική επιρροή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κάτων (Πλουτάρχου, Κάτων, 23), κατάφερε να ανυψώσει την λατινική λογοτεχνία με τα ερεθίσματα της και να διαδώσει την ελληνική παιδεία στον ρωμαϊκό πολιτισμό. Αυτή η σύνδεση ελληνικού πολιτισμού και δύσης συνεχίσθηκε και άνθησε ιδιαίτερα κατά την Αναγέννηση  όπου οι Έλληνες μονοπώλησαν το ενδιαφέρον φιλοσόφων, καλλιτεχνών και επιστημόνων. Αργότερα, μετά την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής προωθήθηκε στο νεοσύστατο κράτος η λατρεία της αρχαιότητας, αποτυπώνοντας στην αρχιτεκτονική, την πολεοδομία και τους θεσμούς την αρχαία ελληνική-ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο τρίτος Πρόεδρος των Η.Π.Α Τόμας Τζέφερσον (Thomas Jefferson,1743-1826) στα διδάγματα των Ελλήνων κλασικών βρήκε τα πρότυπα ελευθερίας, δημοκρατίας, κοινωνίας και της αρετής (δημόσιας και ιδιωτικής). Δόθηκε σημασία στην κλασική εκπαίδευση  που μεταβάλει τους εκπαιδευόμενους σε καλύτερους ανθρώπους και πολίτες. Η ελληνική φιλοσοφία και παιδεία κατάφερε να ξεπεράσει εμπόδια νοητικά και υλικά περνώντας ατόφια ή πιο δυναμωμένη από ζυμώσεις, μέσα από άλλους πολιτισμούς, έθνη, και να μεταφερθεί σε νέες χώρες. Σήμερα, πολλοί επιδιώκουν να απομακρύνουν τους Έλληνες και τα ελληνικά επιτεύγματα από τα δυτικά δημιουργήματα τους με την αιτιολογία ότι «δεν υπάρχει κάτι κοινό με τους Έλληνες στην αρχαιότητα». Αφηρημένα αναφέρουν τον «Ελληνικό» πολιτισμό ως «μεσογειακό» σε μια προσπάθεια προώθησης της πολυπολιτισμικής κοινωνίας ενώ ο όρος «Έλληνας» αντικαθίσταται με το  «Γραικός-Γραικύλος» (Greek)  υποτιμητικά εξαιτίας της ρωμαϊκής αντίληψης, ενώ οι Έλληνες σπάνια το χρησιμοποιούσαν και χωρίς φυσικά να έχει στην πραγματικότητα αυτή την σημασία (Γραικός ονομαζόταν ήρωας. Αναφορά και στον Αριστοτέλη, Ησίοδο, Θουκυδίδη, το Πάριο Χρονικό, Στέφανο Βυζάντιο κτλ.).  Στον Αριστοτέλη (Πολιτικά), τον Ηρόδοτο και τον Ισοκράτη, γίνεται αντιληπτή η συνείδηση που έχουν για τον ρόλο του πολιτισμού και προσδιορίζουν το «Ελληνικόν» ως τη συνολική κοινωνία των Ελλήνων (πόλεις-κράτη με κοινή γλώσσα, αίμα, θρησκεία, ιερά, γενική ομοιομορφία στο τρόπο ζωής και που κατέχουν ενιαίο πολιτισμό). Το μόνο που έλειπε, σε ορισμένες περιοχές, ήταν η συνολική αντίληψη πολιτικής ομοσπονδίας/εθνότητας, κάτι που επισημαίνει ο Ισοκράτης. Η κοινή ελληνικότητα αναγνωρίζεται σε όλους τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ποιητές, ρήτορες και τις πόλεις-κράτη, αποδεικνύοντας το πόσο ανιστόρητο, παράλογο και επικίνδυνο είναι να μην αναφερόμαστε σε «Έλληνες», αλλά «Μεσογειακό Πολιτισμό» αόριστα. Αυτή η μεταμοντέρνα αντίληψη, της επίθεσης στην αντικειμενική αλήθεια, αγνοεί (ή εσκεμμένα αρνείται) την πρόοδο του πολιτισμού μέσω ενός μηδενισμού και δήθεν σκεπτικισμού, και δημιουργώντας μια κουλτούρα που τυφλά δεν μελετά τους Έλληνες ως ενιαίο πολιτιστικό σύνολο πόλεων-κρατών και κοινωνιών με κοινή καταγωγή, θρησκεία, γλώσσα και σκέψη. Έτσι η διατύπωση απόψεων περί μη κοινής ελληνικής κληρονομιάς, και μη συνέχεια της, αποτελεί αυτοέπαινο των διάφορων αρνητών και μηδενιστών. Και όμως, οι πανεπιστημιακοί, ακαδημαϊκοί και άλλοι επιστήμονες τους χώρου, που ως «αυθεντίες» κάνουν πλύση εγκεφάλου στις εκπαιδευτικές μάζες διαψεύδονται από παθιασμένους μελετητές και γνώστες χωρίς περγαμηνές (αυτοδημιούργητοι  και αυτοδίδακτοι κυρίως) όπως ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann,1822-1890) που ανακάλυψε την Τροία, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα και αποκάλυψε τον ελληνικό πολιτισμό της Εποχής του Χαλκού (και για αυτό είναι ο Πατέρας της Μεσογειακής Αρχαιολογίας). Παράλληλα ο ποιητής Μίλμαν Πάρι (Milman Parry,1902-1935), έφερε την επανάσταση αποδεικνύοντας την μεγαλοφυΐα των ομηρικών επών και της γραφής τους, ενώ ο αρχιτέκτονας -και αργότερα γλωσσολόγος- Μάικ Βέντρις (Michael Ventris,1922-1956) απόδειξες ότι οι μινωικές γραφές (Γραμμική Β΄) ήταν Ελληνικά, αναφερόμενες στη μυκηναϊκή ζωή, την κοινωνία των Ελλήνων και τους Θεούς (επιγραφές του 1400-1200 π.Χ).

Εικόνα 4 Πινακίδα με Γραμμική Β’ στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών (Gautier Poupeau, CC BY)


Οι Έλληνες φιλόσοφοι αναφέρθηκαν πρώτοι στην πάλη κράτους – ατόμου, ανθρώπου – φύσης, ζωής – θανάτου. Διερευνήθηκαν η πολιτική και ιδιωτική ηθική ενώ δόθηκε ώθηση στις πολιτικές επιστήμες και πολιτιστικές μελέτες. Διδαχθήκαμε από τους αρχαίους ότι δεν επηρεάζονται από την θρησκεία και την πολιτική έννοιες όπως έρευνα, επιστήμη και γνώση. Ότι η συνταγματική διακυβέρνηση είναι ελληνική ιδέα όπως και ότι η εξουσία κάθε είδους (στρατιωτική, αριστοκρατική κτλ.) ελέγχεται και υποπτεύεται από τον πολιτικό έλεγχο. Πολιτική και Θρησκεία αποτελούν ξεχωριστές έννοιες, διαχωρισμένες με την δεύτερη να είναι υποκείμενη στην πρώτη, αφού οι ελεύθεροι πολίτες δεν ήταν υποταγμένοι σε θεότητες. Ακόμα και το Μαντείο των Δελφών, ερμήνευε και συμβούλευε, χωρίς να κατευθύνει ή να παραβιάζει την εκκλησία του δήμου. Ο Έλληνας ξεχώριζε την ιδιωτική περιουσία και την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα από την κυβερνητική πολιτική και παρέμβαση. Εάν υπήρχε μία κοινωνία, με τις σημερινές έννοιες κράτος-δικαίου, ελεύθερο και δημοκρατικό, αυτό ήταν οι ελληνικές πόλεις-κράτη.


Αθανάσιος-Φοίβος Μπέρδος (M.Sc, MBA)                                                            Πολιτισμιολόγος, Σύμβουλος Πολιτισμικής Διαχείρισης, Εκπαιδευτής Ενηλίκων. Email: berdos.athanasiosfoivos@upatras.gr